λαδώνομαι — λαδώθηκα — θα λαδωθώбыть подкупленнымλαδώνω — λάδωσα — θα λαδώσωсмазывать, умащивать, подкупатьλαθεύω — λάθεψα — θα λαθέψωошибаться, совершать ошибкуλαλάω — λάλησα — θα λαλήσωговорить, разговариватьλαμβάνομαι — λήφθηκα — θα ληφθώполучатьλαμβάνω — έλαβα — θα λάβωбрать, получатьλαμποκοπάω — λαμποκόπησα — θα λαμποκοπήσωмерцать, сиятьλαμπυρίζω — λαμπύρισα — θα λαμπυρίσωмерцать, поблёскиватьλάμπω — έλαμψα — θα λάμψωсиять, блестетьλαναρίζομαι — λαναρίστηκα — θα λαναριστώчесатьсяλαναρίζω — λανάρισα — θα λαναρίσωчесать, чесать шерстьλασκάρω — λάσκαρα — θα λασκάρωослаблять, разжиматьλασπώνομαι — λασπώθηκα — θα λασπωθώстановиться грязным, покрываться грязьюλασπώνω — λάσπωσα — θα λασπώσωпачкать грязьюλατρεύομαι — λατρεύτηκα — θα λατρευτώбыть почитаемымλατρεύω — λάτρεψα — θα λατρέψωобожать, поклонятьсяλαχανιάζω — λαχάνιασα — θα λαχανιάσωзадыхаться, тяжело дышатьλαχταράω — λαχτάρησα — θα λαχταρήσωжаждать, сильно желатьλαχταρίζω — λαχτάρισα — θα λαχταρίσωпугать кого-либоλέγομαι — λέχθηκα — θα λεχθώλεηλατούμαι — λεηλατήθηκα — θα λεηλατηθώбыть разграбленнымλεηλατώ — λεηλάτησα — θα λεηλατήσωграбить, разорять, разграблять, мародёрствоватьλειαίνομαι — λειάνθηκα — θα λειανθώстановиться гладким, полированнымλειαίνω — λείανα — θα λειάνωполировать, сглаживатьλείπω — έλειψα — θα λείψωотсутствовать, пропадать, недоставатьλειτουργώ — λειτούργησα — θα λειτουργήσωработать, действовать, функционироватьλεκιάζομαι — λεκιάστηκα — θα λεκιαστώпачкатьсяλεκιάζω — λέκιασα — θα λεκιάσωпачкать, окрашивать пятнамиλέω — είπα — θα πώговоритьλήγω — έληξα — θα λήξωзаканчиваться, завершатьсяλησμονάω — λησμόνησα — θα λησμονήσωзабыватьλησμονιέμαι — λησμονήθηκα — θα λησμονηθώбыть забытымληστεύομαι — ληστεύτηκα — θα ληστευτώбыть ограбленнымληστεύω — λήστεψα — θα ληστέψωграбить, совершать налётλιάζομαι — λιάστηκα — θα λιαστώзагорать, находиться на солнцеλιάζω — έλιασα — θα λιάσωвыставлять на солнцеλιβανίζομαι — λιβανίστηκα — θα λιβανιστώокуриваться фимиамомλιβανίζω — λιβάνισα — θα λιβανίσωокуривать фимиамомλιγοστεύω — λιγόστεψα — θα λιγοστέψωуменьшаться, сокращатьλικνίζομαι — λικνίστηκα — θα λικνιστώкачаться, колыхатьсяλικνίζω — λίκνισα — θα λικνίσωкачать, раскачиватьλιμάρομαι — λιμαρίστηκα — θα λιμαριστώподпиливатьсяλιμάρω — λίμαρα — θα λιμάρωподпиливатьλιμοκτονώ — λιμοκτόνησα — θα λιμοκτονήσωголодатьλιποθυμάω — λιποθύμησα — θα λιποθυμήσωпадать в обморок, лишаться чувствλιποτακτώ — λιποτάκτησα — θα λιποτακτήσωпереходить на сторону противника, дезертироватьλιποψυχάω — λιποψύχησα — θα λιποψυχήσωдрогнуть, струситьλιώνομαι — λιώθηκα — θα λιωθώλιώνω — έλιωσα — θα λιώσωтаять, растворятьсяλογαριάζομαι — λογαριάστηκα — θα λογαριαστώсчитаться, рассчитыватьλογαριάζω — λογάριασα — θα λογαριάσωвычислять, считатьλογικεύομαι — λογικεύτηκα — θα λογικευτώстановиться разумнымλογικεύω — λογίκεψα — θα λογικέψωобразумливатьλογοδοτώ — λογοδότησα — θα λογοδοτήσωдокладывать, отчитываться заλογοκρίνομαι — λογοκρίθηκα — θα λογοκριθώподвергаться цензуреλογοκρίνω — λογόκρινα — θα λογοκρίνωцензурироватьλογομαχώ — λογομάχησα — θα λογομαχήσωссориться, споритьλοιδορούμαι — λοιδορήθηκα — θα λοιδορηθώподвергаться насмешкам, быть осмеяннымλοιδορώ — λοιδόρησα — θα λοιδορήσωнасмехаться, высмеиватьλοξοδρομώ — λοξοδρόμησα — θα λοξοδρομήσωидти в обход, отклонятьсяλοξοκοιτάζομαι — λοξοκοιτάχτηκα — θα λοξοκοιταχτώбыть украдкой рассматриваемымλοξοκοιτάζω — λοξοκοίταξα — θα λοξοκοιτάξωсмотреть искоса на кого-либоλοξοκοιτάω — λοξοκοίταξα — θα λοξοκοιτάξωсмотреть искоса на кого-либоλοξοκοιτιέμαι — λοξοκοιτάχτηκα — θα λοξοκοιταχτώсмотреть искоса на кого-либоλούζομαι — λούστηκα — θα λουστώкупаться, мыть головуλούζω — έλουσα — θα λούσωкупать, мытьλυγίζω — λύγισα — θα λυγίσωсгибать, складывать, уступатьλύνομαι — λύθηκα — θα λυθώбыть развязанным, ослаблятьсяλύνω — έλυσα — θα λύσωрешать, ослаблять, развязыватьλύομαι — ελύθηνбыть развязанным, получать облегчениеλυπάμαι — λυπήθηκα — θα λυπηθώсожалетьλυπώ — λύπησα — θα λυπήσωогорчать, расстраиватьλυτρώνομαι — λυτρώθηκα — θα λυτρωθώбыть освобождённымλυτρώνω — λύτρωσα — θα λυτρώσωосвобождать, избавлять, спасатьλύωразвязывать, разгибать, ослаблять