BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

λιποτακτώ

переходить на сторону противника, дезертировать

defect, desert

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλιποτακτώ
εσύλιποτακτείς
αυτός/ή/όλιποτακτεί
εμείςλιποτακτούμε
εσείςλιποτακτείτε
αυτοί/ές/άλιποτακτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλιποτάκτησα
εσύλιποτάκτησες
αυτός/ή/όλιποτάκτησε
εμείςλιποτακτήσαμε
εσείςλιποτακτήσατε
αυτοί/ές/άλιποτάκτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λιποτακτήσω
εσύθα λιποτακτήσεις
αυτός/ή/όθα λιποτακτήσει
εμείςθα λιποτακτήσουμε
εσείςθα λιποτακτήσετε
αυτοί/ές/άθα λιποτακτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλιποτακτούσα
εσύλιποτακτούσες
αυτός/ή/όλιποτακτούσε
εμείςλιποτακτούσαμε
εσείςλιποτακτούσατε
αυτοί/ές/άλιποτακτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λιποτακτώ
εσύθα λιποτακτείς
αυτός/ή/όθα λιποτακτεί
εμείςθα λιποτακτούμε
εσείςθα λιποτακτείτε
αυτοί/ές/άθα λιποτακτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λιποτακτήσει
εσύέχεις λιποτακτήσει
αυτός/ή/όέχει λιποτακτήσει
εμείςέχουμε λιποτακτήσει
εσείςέχετε λιποτακτήσει
αυτοί/ές/άέχουν λιποτακτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λιποτακτήσει
εσύείχες λιποτακτήσει
αυτός/ή/όείχε λιποτακτήσει
εμείςείχαμε λιποτακτήσει
εσείςείχατε λιποτακτήσει
αυτοί/ές/άείχαν λιποτακτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λιποτακτήσει
εσύθα έχεις λιποτακτήσει
αυτός/ή/όθα έχει λιποτακτήσει
εμείςθα έχουμε λιποτακτήσει
εσείςθα έχετε λιποτακτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λιποτακτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλιποτάκτησε
εσείςλιποτακτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλιποτακτείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λιποτακτήσω
εσύνα λιποτακτήσεις
αυτός/ή/όνα λιποτακτήσει
εμείςνα λιποτακτήσουμε
εσείςνα λιποτακτήσετε
αυτοί/ές/άνα λιποτακτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λιποτακτώ
εσύνα λιποτακτείς
αυτός/ή/όνα λιποτακτεί
εμείςνα λιποτακτούμε
εσείςνα λιποτακτείτε
αυτοί/ές/άνα λιποτακτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λιποτακτήσει
εσύνα έχεις λιποτακτήσει
αυτός/ή/όνα έχει λιποτακτήσει
εμείςνα έχουμε λιποτακτήσει
εσείςνα έχετε λιποτακτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λιποτακτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λιποτακτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λιποτακτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λιποτακτούσα
εσύθα λιποτακτούσες
αυτός/ή/όθα λιποτακτούσε
εμείςθα λιποτακτούσαμε
εσείςθα λιποτακτούσατε
αυτοί/ές/άθα λιποτακτούσαν