BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λογαριάζομαι

считаться, рассчитывать

count, calculate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλογαριάζομαι
εσύλογαριάζεσαι
αυτός/ή/όλογαριάζεται
εμείςλογαριαζόμαστε
εσείςλογαριάζεστε
αυτοί/ές/άλογαριάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλογαριάστηκα
εσύλογαριάστηκες
αυτός/ή/όλογαριάστηκε
εμείςλογαριαστήκαμε
εσείςλογαριαστήκατε
αυτοί/ές/άλογαριάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λογαριαστώ
εσύθα λογαριαστείς
αυτός/ή/όθα λογαριαστεί
εμείςθα λογαριαστούμε
εσείςθα λογαριαστείτε
αυτοί/ές/άθα λογαριαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλογαριαζόμουν
εσύλογαριαζόσουν
αυτός/ή/όλογαριαζόταν
εμείςλογαριαζόμαστε
εσείςλογαριαζόσαστε
αυτοί/ές/άλογαριάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λογαριάζομαι
εσύθα λογαριάζεσαι
αυτός/ή/όθα λογαριάζεται
εμείςθα λογαριαζόμαστε
εσείςθα λογαριάζεστε
αυτοί/ές/άθα λογαριάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λογαριαστεί
εσύέχεις λογαριαστεί
αυτός/ή/όέχει λογαριαστεί
εμείςέχουμε λογαριαστεί
εσείςέχετε λογαριαστεί
αυτοί/ές/άέχουν λογαριαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λογαριαστεί
εσύείχες λογαριαστεί
αυτός/ή/όείχε λογαριαστεί
εμείςείχαμε λογαριαστεί
εσείςείχατε λογαριαστεί
αυτοί/ές/άείχαν λογαριαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λογαριαστεί
εσύθα έχεις λογαριαστεί
αυτός/ή/όθα έχει λογαριαστεί
εμείςθα έχουμε λογαριαστεί
εσείςθα έχετε λογαριαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λογαριαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλογαριάσου
εσείςλογαριαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλογαριάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λογαριαστώ
εσύνα λογαριαστείς
αυτός/ή/όνα λογαριαστεί
εμείςνα λογαριαστούμε
εσείςνα λογαριαστείτε
αυτοί/ές/άνα λογαριαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λογαριάζομαι
εσύνα λογαριάζεσαι
αυτός/ή/όνα λογαριάζεται
εμείςνα λογαριαζόμαστε
εσείςνα λογαριάζεστε
αυτοί/ές/άνα λογαριάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λογαριαστεί
εσύνα έχεις λογαριαστεί
αυτός/ή/όνα έχει λογαριαστεί
εμείςνα έχουμε λογαριαστεί
εσείςνα έχετε λογαριαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λογαριαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λογαριαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λογαριαστώ
εσύθα λογαριαστείς
αυτός/ή/όθα λογαριαστεί
εμείςθα λογαριαστούμε
εσείςθα λογαριαστείτε
αυτοί/ές/άθα λογαριαστούν