BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λιμοκτονώ

голодать

starve

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλιμοκτονώ
εσύλιμοκτονείς
αυτός/ή/όλιμοκτονεί
εμείςλιμοκτονούμε
εσείςλιμοκτονείτε
αυτοί/ές/άλιμοκτονούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλιμοκτόνησα
εσύλιμοκτόνησες
αυτός/ή/όλιμοκτόνησε
εμείςλιμοκτονήσαμε
εσείςλιμοκτονήσατε
αυτοί/ές/άλιμοκτόνησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λιμοκτονήσω
εσύθα λιμοκτονήσεις
αυτός/ή/όθα λιμοκτονήσει
εμείςθα λιμοκτονήσουμε
εσείςθα λιμοκτονήσετε
αυτοί/ές/άθα λιμοκτονήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλιμοκτονούσα
εσύλιμοκτονούσες
αυτός/ή/όλιμοκτονούσε
εμείςλιμοκτονούσαμε
εσείςλιμοκτονούσατε
αυτοί/ές/άλιμοκτονούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λιμοκτονώ
εσύθα λιμοκτονείς
αυτός/ή/όθα λιμοκτονεί
εμείςθα λιμοκτονούμε
εσείςθα λιμοκτονείτε
αυτοί/ές/άθα λιμοκτονούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λιμοκτονήσει
εσύέχεις λιμοκτονήσει
αυτός/ή/όέχει λιμοκτονήσει
εμείςέχουμε λιμοκτονήσει
εσείςέχετε λιμοκτονήσει
αυτοί/ές/άέχουν λιμοκτονήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λιμοκτονήσει
εσύείχες λιμοκτονήσει
αυτός/ή/όείχε λιμοκτονήσει
εμείςείχαμε λιμοκτονήσει
εσείςείχατε λιμοκτονήσει
αυτοί/ές/άείχαν λιμοκτονήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λιμοκτονήσει
εσύθα έχεις λιμοκτονήσει
αυτός/ή/όθα έχει λιμοκτονήσει
εμείςθα έχουμε λιμοκτονήσει
εσείςθα έχετε λιμοκτονήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λιμοκτονήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλιμοκτόνησε
εσείςλιμοκτονήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλιμοκτονείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λιμοκτονήσω
εσύνα λιμοκτονήσεις
αυτός/ή/όνα λιμοκτονήσει
εμείςνα λιμοκτονήσουμε
εσείςνα λιμοκτονήσετε
αυτοί/ές/άνα λιμοκτονήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λιμοκτονώ
εσύνα λιμοκτονείς
αυτός/ή/όνα λιμοκτονεί
εμείςνα λιμοκτονούμε
εσείςνα λιμοκτονείτε
αυτοί/ές/άνα λιμοκτονούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λιμοκτονήσει
εσύνα έχεις λιμοκτονήσει
αυτός/ή/όνα έχει λιμοκτονήσει
εμείςνα έχουμε λιμοκτονήσει
εσείςνα έχετε λιμοκτονήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λιμοκτονήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λιμοκτονήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λιμοκτονώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λιμοκτονούσα
εσύθα λιμοκτονούσες
αυτός/ή/όθα λιμοκτονούσε
εμείςθα λιμοκτονούσαμε
εσείςθα λιμοκτονούσατε
αυτοί/ές/άθα λιμοκτονούσαν