BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λαμποκοπάω, λαμποκοπώ

мерцать, сиять

twinkle, shine

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλαμποκοπάω, λαμποκοπώ
εσύλαμποκοπάς
αυτός/ή/όλαμποκοπάει, λαμποκοπά
εμείςλαμποκοπάμε, λαμποκοπούμε
εσείςλαμποκοπάτε
αυτοί/ές/άλαμποκοπάνε, λαμποκοπούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλαμποκόπησα
εσύλαμποκόπησες
αυτός/ή/όλαμποκόπησε
εμείςλαμποκοπήσαμε
εσείςλαμποκοπήσατε
αυτοί/ές/άλαμποκόπησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λαμποκοπήσω
εσύθα λαμποκοπήσεις
αυτός/ή/όθα λαμποκοπήσει
εμείςθα λαμποκοπήσουμε
εσείςθα λαμποκοπήσετε
αυτοί/ές/άθα λαμποκοπήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλαμποκοπούσα
εσύλαμποκοπούσες
αυτός/ή/όλαμποκοπούσε
εμείςλαμποκοπούσαμε
εσείςλαμποκοπούσατε
αυτοί/ές/άλαμποκοπούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λαμποκοπάω, λαμποκοπώ
εσύθα λαμποκοπάς
αυτός/ή/όθα λαμποκοπάει, λαμποκοπά
εμείςθα λαμποκοπάμε, λαμποκοπούμε
εσείςθα λαμποκοπάτε
αυτοί/ές/άθα λαμποκοπάνε, λαμποκοπούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λαμποκοπήσει
εσύέχεις λαμποκοπήσει
αυτός/ή/όέχει λαμποκοπήσει
εμείςέχουμε λαμποκοπήσει
εσείςέχετε λαμποκοπήσει
αυτοί/ές/άέχουν λαμποκοπήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λαμποκοπήσει
εσύείχες λαμποκοπήσει
αυτός/ή/όείχε λαμποκοπήσει
εμείςείχαμε λαμποκοπήσει
εσείςείχατε λαμποκοπήσει
αυτοί/ές/άείχαν λαμποκοπήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λαμποκοπήσει
εσύθα έχεις λαμποκοπήσει
αυτός/ή/όθα έχει λαμποκοπήσει
εμείςθα έχουμε λαμποκοπήσει
εσείςθα έχετε λαμποκοπήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λαμποκοπήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλαμποκόπησε
εσείςλαμποκοπήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύλαμποκόπα
εσείςλαμποκοπάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λαμποκοπήσω
εσύνα λαμποκοπήσεις
αυτός/ή/όνα λαμποκοπήσει
εμείςνα λαμποκοπήσουμε
εσείςνα λαμποκοπήσετε
αυτοί/ές/άνα λαμποκοπήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λαμποκοπάω, λαμποκοπώ
εσύνα λαμποκοπάς
αυτός/ή/όνα λαμποκοπάει, λαμποκοπά
εμείςνα λαμποκοπάμε, λαμποκοπούμε
εσείςνα λαμποκοπάτε
αυτοί/ές/άνα λαμποκοπάνε, λαμποκοπούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λαμποκοπήσει
εσύνα έχεις λαμποκοπήσει
αυτός/ή/όνα έχει λαμποκοπήσει
εμείςνα έχουμε λαμποκοπήσει
εσείςνα έχετε λαμποκοπήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λαμποκοπήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λαμποκοπήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λαμποκοπώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λαμποκοπούσα
εσύθα λαμποκοπούσες
αυτός/ή/όθα λαμποκοπούσε
εμείςθα λαμποκοπούσαμε
εσείςθα λαμποκοπούσατε
αυτοί/ές/άθα λαμποκοπούσαν