BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λαδώνομαι

быть подкупленным

be bribed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλαδώνομαι
εσύλαδώνεσαι
αυτός/ή/όλαδώνεται
εμείςλαδωνόμαστε
εσείςλαδώνεστε
αυτοί/ές/άλαδώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλαδώθηκα
εσύλαδώθηκες
αυτός/ή/όλαδώθηκε
εμείςλαδωθήκαμε
εσείςλαδωθήκατε
αυτοί/ές/άλαδώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λαδωθώ
εσύθα λαδωθείς
αυτός/ή/όθα λαδωθεί
εμείςθα λαδωθούμε
εσείςθα λαδωθείτε
αυτοί/ές/άθα λαδωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλαδωνόμουν
εσύλαδωνόσουν
αυτός/ή/όλαδωνόταν
εμείςλαδωνόμαστε
εσείςλαδωνόσαστε
αυτοί/ές/άλαδώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λαδώνομαι
εσύθα λαδώνεσαι
αυτός/ή/όθα λαδώνεται
εμείςθα λαδωνόμαστε
εσείςθα λαδώνεστε
αυτοί/ές/άθα λαδώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λαδωθεί
εσύέχεις λαδωθεί
αυτός/ή/όέχει λαδωθεί
εμείςέχουμε λαδωθεί
εσείςέχετε λαδωθεί
αυτοί/ές/άέχουν λαδωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λαδωθεί
εσύείχες λαδωθεί
αυτός/ή/όείχε λαδωθεί
εμείςείχαμε λαδωθεί
εσείςείχατε λαδωθεί
αυτοί/ές/άείχαν λαδωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λαδωθεί
εσύθα έχεις λαδωθεί
αυτός/ή/όθα έχει λαδωθεί
εμείςθα έχουμε λαδωθεί
εσείςθα έχετε λαδωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λαδωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλαδώσου
εσείςλαδωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλαδώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λαδωθώ
εσύνα λαδωθείς
αυτός/ή/όνα λαδωθεί
εμείςνα λαδωθούμε
εσείςνα λαδωθείτε
αυτοί/ές/άνα λαδωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λαδώνομαι
εσύνα λαδώνεσαι
αυτός/ή/όνα λαδώνεται
εμείςνα λαδωνόμαστε
εσείςνα λαδώνεστε
αυτοί/ές/άνα λαδώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λαδωθεί
εσύνα έχεις λαδωθεί
αυτός/ή/όνα έχει λαδωθεί
εμείςνα έχουμε λαδωθεί
εσείςνα έχετε λαδωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λαδωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λαδωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λαδωθώ
εσύθα λαδωθείς
αυτός/ή/όθα λαδωθεί
εμείςθα λαδωθούμε
εσείςθα λαδωθείτε
αυτοί/ές/άθα λαδωθούν