BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

λοιδορούμαι

подвергаться насмешкам, быть осмеянным

be taunted, be made fun of

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλοιδορούμαι
εσύλοιδορείσαι
αυτός/ή/όλοιδορείται
εμείςλοιδορούμαστε
εσείςλοιδορείστε
αυτοί/ές/άλοιδορούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλοιδορήθηκα
εσύλοιδορήθηκες
αυτός/ή/όλοιδορήθηκε
εμείςλοιδορηθήκαμε
εσείςλοιδορηθήκαμε
αυτοί/ές/άλοιδορήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λοιδορηθώ
εσύθα λοιδορηθείς
αυτός/ή/όθα λοιδορηθεί
εμείςθα λοιδορηθούμε
εσείςθα λοιδορηθείτε
αυτοί/ές/άθα λοιδορηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλοιδορούμουν
εσύλοιδορούσουν
αυτός/ή/όλοιδορούνταν
εμείςλοιδορούμαστε
εσείςλοιδορούσαστε
αυτοί/ές/άλοιδορούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λοιδορούμαι
εσύθα λοιδορείσαι
αυτός/ή/όθα λοιδορείται
εμείςθα λοιδορούμαστε
εσείςθα λοιδορείστε
αυτοί/ές/άθα λοιδορούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λοιδορηθεί
εσύέχεις λοιδορηθεί
αυτός/ή/όέχει λοιδορηθεί
εμείςέχουμε λοιδορηθεί
εσείςέχετε λοιδορηθεί
αυτοί/ές/άέχουν λοιδορηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λοιδορηθεί
εσύείχες λοιδορηθεί
αυτός/ή/όείχε λοιδορηθεί
εμείςείχαμε λοιδορηθεί
εσείςείχατε λοιδορηθεί
αυτοί/ές/άείχαν λοιδορηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λοιδορηθεί
εσύθα έχεις λοιδορηθεί
αυτός/ή/όθα έχει λοιδορηθεί
εμείςθα έχουμε λοιδορηθεί
εσείςθα έχετε λοιδορηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν λοιδορηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσείςλοιδορηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλοιδορείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λοιδορηθώ
εσύνα λοιδορηθείς
αυτός/ή/όνα λοιδορηθεί
εμείςνα λοιδορηθούμε
εσείςνα λοιδορηθείτε
αυτοί/ές/άνα λοιδορηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λοιδορούμαι
εσύνα λοιδορείσαι
αυτός/ή/όνα λοιδορείται
εμείςνα λοιδορούμαστε
εσείςνα λοιδορείστε
αυτοί/ές/άνα λοιδορούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λοιδορηθεί
εσύνα έχεις λοιδορηθεί
αυτός/ή/όνα έχει λοιδορηθεί
εμείςνα έχουμε λοιδορηθεί
εσείςνα έχετε λοιδορηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν λοιδορηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λοιδορηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λοιδορηθώ
εσύθα λοιδορηθείς
αυτός/ή/όθα λοιδορηθεί
εμείςθα λοιδορηθούμε
εσείςθα λοιδορηθείτε
αυτοί/ές/άθα λοιδορηθούν