BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

λεηλατώ

грабить, разорять, разграблять, мародёрствовать

plunder, pillage, sack, loot

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώλεηλατώ
εσύλεηλατείς
αυτός/ή/όλεηλατεί
εμείςλεηλατούμε
εσείςλεηλατείτε
αυτοί/ές/άλεηλατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώλεηλάτησα
εσύλεηλάτησες
αυτός/ή/όλεηλάτησε
εμείςλεηλατήσαμε
εσείςλεηλατήσατε
αυτοί/ές/άλεηλάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα λεηλατήσω
εσύθα λεηλατήσεις
αυτός/ή/όθα λεηλατήσει
εμείςθα λεηλατήσουμε
εσείςθα λεηλατήσετε
αυτοί/ές/άθα λεηλατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώλεηλατούσα
εσύλεηλατούσες
αυτός/ή/όλεηλατούσε
εμείςλεηλατούσαμε
εσείςλεηλατούσατε
αυτοί/ές/άλεηλατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα λεηλατώ
εσύθα λεηλατείς
αυτός/ή/όθα λεηλατεί
εμείςθα λεηλατούμε
εσείςθα λεηλατείτε
αυτοί/ές/άθα λεηλατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω λεηλατήσει
εσύέχεις λεηλατήσει
αυτός/ή/όέχει λεηλατήσει
εμείςέχουμε λεηλατήσει
εσείςέχετε λεηλατήσει
αυτοί/ές/άέχουν λεηλατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα λεηλατήσει
εσύείχες λεηλατήσει
αυτός/ή/όείχε λεηλατήσει
εμείςείχαμε λεηλατήσει
εσείςείχατε λεηλατήσει
αυτοί/ές/άείχαν λεηλατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω λεηλατήσει
εσύθα έχεις λεηλατήσει
αυτός/ή/όθα έχει λεηλατήσει
εμείςθα έχουμε λεηλατήσει
εσείςθα έχετε λεηλατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν λεηλατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύλεηλάτησε
εσείςλεηλατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςλεηλατείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα λεηλατήσω
εσύνα λεηλατήσεις
αυτός/ή/όνα λεηλατήσει
εμείςνα λεηλατήσουμε
εσείςνα λεηλατήσετε
αυτοί/ές/άνα λεηλατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα λεηλατώ
εσύνα λεηλατείς
αυτός/ή/όνα λεηλατεί
εμείςνα λεηλατούμε
εσείςνα λεηλατείτε
αυτοί/ές/άνα λεηλατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω λεηλατήσει
εσύνα έχεις λεηλατήσει
αυτός/ή/όνα έχει λεηλατήσει
εμείςνα έχουμε λεηλατήσει
εσείςνα έχετε λεηλατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν λεηλατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

λεηλατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

λεηλατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα λεηλατούσα
εσύθα λεηλατούσες
αυτός/ή/όθα λεηλατούσε
εμείςθα λεηλατούσαμε
εσείςθα λεηλατούσατε
αυτοί/ές/άθα λεηλατούσαν