χαζεύω — χάζεψα — θα χαζέψωдурачиться, слонятьсяχαζολογάω — χαζολόγησα — θα χαζολογήσωзаниматься пустякамиχαϊδεύομαι — χαϊδεύτηκα — θα χαϊδευτώласкать себяχαϊδεύω — χάϊδεψα — θα χαϊδέψωласкать, гладить, нежитьχαιρετάω — χαιρέτησα — θα χαιρετήσωздороваться, приветствоватьχαιρετιέμαι — χαιρετήθηκα — θα χαιρετηθώздороватьсяχαιρετίζομαι — χαιρετίστηκα — θα χαιρετιστώχαιρετίζω — χαιρέτισα — θα χαιρετίσωприветствовать, салютовать, здороватьсяχαίρομαι — χάρηκα — θα χαρώрадоваться, восхищаться, быть довольнымχαίρωχαλαρώνω — χαλάρωσα — θα χαλαρώσωрасслаблятьсяχαλάω — χάλασα — θα χαλάσωразрушать, портить, ломатьсяχαμηλώνω — χαμήλωσα — θα χαμηλώσωопускать, снижатьχαμογελάω — χαμογέλασα — θα χαμογελάσωулыбатьсяχάνομαι — χάθηκα — θα χαθώпогибать, исчезать, терятьсяχάνω — έχασα — θα χάσωтерять, пропускатьχαράζομαι — χαράχτηκα — θα χαραχτώχαράζω — χάραξα — θα χαράξωгравировать, вырезатьχαρακτηρίζομαι — χαρακτηρίστηκα — θα χαρακτηριστώхарактеризоватьсяχαρακτηρίζω — χαρακτήρισα — θα χαρακτηρίσωхарактеризовать, описыватьχαρακώνω — χαράκωσα — θα χαρακώσωбороздить, рассекатьχαραμίζομαι — χαραμίστηκα — θα χαραμιστώрастрачивать себяχαραμίζω — χαράμισα — θα χαραμίσωрастрачиватьχαρίζομαι — χαρίστηκα — θα χαριστώоказывать милостьχαρίζω — χάρισα — θα χαρίσωдаровать, наделять, жертвоватьχαροπαλεύω — χαροπάλεψα — θα χαροπαλέψωбыть при смертиχαρτζιλικώνομαι — χαρτζιλικώθηκα — θα χαρτζιλικωθώχαρτζιλικώνω — χαρτζιλίκωσα — θα χαρτζιλικώσωдавать карманные деньгиχασμουριέμαι — χασμουρήθηκα — θα χασμουρηθώзеватьχαστουκίζομαι — χαστουκίστηκα — θα χαστουκιστώдавать себе пощёчинуχαστουκίζω — χαστούκισα — θα χαστουκίσωдавать пощёчинуχειραφετούμαι — χειραφετήθηκα — θα χειραφετηθώосвобождатьсяχειραφετώ — χειραφέτησα — θα χειραφετήσωосвобождатьχειρίζομαι — χειρίστηκα — θα χειριστώобращаться с, управлять, манипулироватьχειροκροτάω — χειροκρότησα — θα χειροκροτήσωаплодироватьχειροκροτιέμαι — χειροκροτήθηκα — θα χειροκροτηθώаплодировать себеχειροτερεύω — χειροτέρεψα — θα χειροτερέψωухудшаться, становиться хужеχειρουργούμαι — χειρουργήθηκα — θα χειρουργηθώподвергаться операцииχειρουργώ — χειρούργησα — θα χειρουργήσωоперироватьχηρεύω — χήρεψα — θα χηρέψωовдоветьχιάζομαι — χιάστηκα — θα χιαστώχιάζω — χίασα — θα χιάσωскрещиватьχλευάζομαι — χλευάστηκα — θα χλευαστώχλευάζω — χλεύασα — θα χλευάσωнасмехаться, глумитьсяχλωμιάζω — χλώμιασα — θα χλωμιάσωбледнетьχολώνομαι — χολώθηκα — θα χολωθώогорчаться, досадоватьχολώνω — χόλωσα — θα χολώσωзлить, сердитьχοντραίνω — χόντρυνα — θα χοντρύνωтолстеть, утолщатьχορεύομαι — χορεύτηκα — θα χορευτώχορεύω — χόρεψα — θα χορέψωтанцеватьχορταίνω — χόρτασα — θα χορτάσωнасыщать, удовлетворятьχουζουρεύω — χουζούρεψα — θα χουζουρέψωбездельничатьχρειάζομαι — χρειάστηκα — θα χρειαστώнуждаться, требоватьχρεμετίζω — χρεμέτισα — θα χρεμετίσωржатьχρεώνομαι — χρεώθηκα — θα χρεωθώбыть начисленным, быть списаннымχρεώνω — χρέωσα — θα χρεώσωначислять, дебетоватьχρήζωнуждаться, требоватьχρησιμοποιούμαι — χρησιμοποιήθηκα — θα χρησιμοποιηθώиспользоватьсяχρησιμοποιώ — χρησιμοποίησα — θα χρησιμοποιήσωиспользоватьχρονίζω — χρόνισα — θα χρονίσωзатягиватьсяχρονογραφώ — χρονογράφησα — θα χρονογραφήσωбыть летописцем, быть обозревателемχρονομετρούμαι — χρονομετρήθηκα — θα χρονομετρηθώзасекать своё времяχρονομετρώ — χρονομέτρησα — θα χρονομετρήσωзасекать времяχρυσώνομαι — χρυσώθηκα — θα χρυσωθώχρυσώνω — χρύσωσα — θα χρυσώσωзолотить, покрывать золотомχρωματίζομαι — χρωματίστηκα — θα χρωματιστώбыть окрашеннымχρωματίζω — χρωμάτισα — θα χρωματίσωокрашивать, красить, краситьχρωστάωбыть должным, быть обязаннымχτενίζομαι — χτενίστηκα — θα χτενιστώпричёсыватьсяχτενίζω — χτένισα — θα χτενίσωрасчёсыватьχτίζομαι — χτίστηκα — θα χτιστώχτίζω — έχτισα — θα χτίσωстроить, сооружатьχτυπάω — χτύπησα — θα χτυπήσωударять, бить, избиватьχτυπιέμαι — χτυπήθηκα — θα χτυπηθώизбивать себяχυμάω — χύμηξα — θα χυμήξωпрорыватьсяχύνομαι — χύθηκα — θα χυθώлиться, проливатьсяχύνω — έχυσα — θα χύσωлить, проливатьχωνεύομαι — χωνεύτηκα — θα χωνευτώχωνεύω — χώνεψα — θα χωνέψωперевариватьχώνομαι — χώθηκα — θα χωθώпротискиватьсяχώνω — έχωσα — θα χώσωзапихивать, набиватьχωράω — χώρεσα — θα χωρέσωвмещать, содержатьχωρίζομαι — χωρίστηκα — θα χωριστώбыть разделённымχωρίζω — χώρισα — θα χωρίσωделить, разделять