BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χαρτζιλικώνω

давать карманные деньги

give pocket money

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαρτζιλικώνω
εσύχαρτζιλικώνεις
αυτός/ή/όχαρτζιλικώνει
εμείςχαρτζιλικώνουμε
εσείςχαρτζιλικώνετε
αυτοί/ές/άχαρτζιλικώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχαρτζιλίκωσα
εσύχαρτζιλίκωσες
αυτός/ή/όχαρτζιλίκωσε
εμείςχαρτζιλικώσαμε
εσείςχαρτζιλικώσατε
αυτοί/ές/άχαρτζιλίκωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαρτζιλικώσω
εσύθα χαρτζιλικώσεις
αυτός/ή/όθα χαρτζιλικώσει
εμείςθα χαρτζιλικώσουμε
εσείςθα χαρτζιλικώσετε
αυτοί/ές/άθα χαρτζιλικώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχαρτζιλίκωνα
εσύχαρτζιλίκωνες
αυτός/ή/όχαρτζιλίκωνε
εμείςχαρτζιλικώναμε
εσείςχαρτζιλικώνατε
αυτοί/ές/άχαρτζιλίκωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαρτζιλικώνω
εσύθα χαρτζιλικώνεις
αυτός/ή/όθα χαρτζιλικώνει
εμείςθα χαρτζιλικώνουμε
εσείςθα χαρτζιλικώνετε
αυτοί/ές/άθα χαρτζιλικώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαρτζιλικώσει
εσύέχεις χαρτζιλικώσει
αυτός/ή/όέχει χαρτζιλικώσει
εμείςέχουμε χαρτζιλικώσει
εσείςέχετε χαρτζιλικώσει
αυτοί/ές/άέχουν χαρτζιλικώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαρτζιλικώσει
εσύείχες χαρτζιλικώσει
αυτός/ή/όείχε χαρτζιλικώσει
εμείςείχαμε χαρτζιλικώσει
εσείςείχατε χαρτζιλικώσει
αυτοί/ές/άείχαν χαρτζιλικώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαρτζιλικώσει
εσύθα έχεις χαρτζιλικώσει
αυτός/ή/όθα έχει χαρτζιλικώσει
εμείςθα έχουμε χαρτζιλικώσει
εσείςθα έχετε χαρτζιλικώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν χαρτζιλικώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχαρτζιλίκωσε
εσείςχαρτζιλικώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχαρτζιλίκωνε
εσείςχαρτζιλικώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαρτζιλικώσω
εσύνα χαρτζιλικώσεις
αυτός/ή/όνα χαρτζιλικώσει
εμείςνα χαρτζιλικώσουμε
εσείςνα χαρτζιλικώσετε
αυτοί/ές/άνα χαρτζιλικώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαρτζιλικώνω
εσύνα χαρτζιλικώνεις
αυτός/ή/όνα χαρτζιλικώνει
εμείςνα χαρτζιλικώνουμε
εσείςνα χαρτζιλικώνετε
αυτοί/ές/άνα χαρτζιλικώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαρτζιλικώσει
εσύνα έχεις χαρτζιλικώσει
αυτός/ή/όνα έχει χαρτζιλικώσει
εμείςνα έχουμε χαρτζιλικώσει
εσείςνα έχετε χαρτζιλικώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν χαρτζιλικώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαρτζιλικώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χαρτζιλικώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χαρτζιλίκωνα
εσύθα χαρτζιλίκωνες
αυτός/ή/όθα χαρτζιλίκωνε
εμείςθα χαρτζιλικώναμε
εσείςθα χαρτζιλικώνατε
αυτοί/ές/άθα χαρτζιλίκωναν