BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

χαστουκίζομαι

давать себе пощёчину

slap oneself

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαστουκίζομαι
εσύχαστουκίζεσαι
αυτός/ή/όχαστουκίζεται
εμείςχαστουκιζόμαστε
εσείςχαστουκίζεστε
αυτοί/ές/άχαστουκίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχαστουκίστηκα
εσύχαστουκίστηκες
αυτός/ή/όχαστουκίστηκε
εμείςχαστουκιστήκαμε
εσείςχαστουκιστήκατε
αυτοί/ές/άχαστουκίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαστουκιστώ
εσύθα χαστουκιστείς
αυτός/ή/όθα χαστουκιστεί
εμείςθα χαστουκιστούμε
εσείςθα χαστουκιστείτε
αυτοί/ές/άθα χαστουκιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχαστουκιζόμουν
εσύχαστουκιζόσουν
αυτός/ή/όχαστουκιζόταν
εμείςχαστουκιζόμαστε
εσείςχαστουκιζόσαστε
αυτοί/ές/άχαστουκίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαστουκίζομαι
εσύθα χαστουκίζεσαι
αυτός/ή/όθα χαστουκίζεται
εμείςθα χαστουκιζόμαστε
εσείςθα χαστουκίζεστε
αυτοί/ές/άθα χαστουκίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαστουκιστεί
εσύέχεις χαστουκιστεί
αυτός/ή/όέχει χαστουκιστεί
εμείςέχουμε χαστουκιστεί
εσείςέχετε χαστουκιστεί
αυτοί/ές/άέχουν χαστουκιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαστουκιστεί
εσύείχες χαστουκιστεί
αυτός/ή/όείχε χαστουκιστεί
εμείςείχαμε χαστουκιστεί
εσείςείχατε χαστουκιστεί
αυτοί/ές/άείχαν χαστουκιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαστουκιστεί
εσύθα έχεις χαστουκιστεί
αυτός/ή/όθα έχει χαστουκιστεί
εμείςθα έχουμε χαστουκιστεί
εσείςθα έχετε χαστουκιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν χαστουκιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχαστουκίσου
εσείςχαστουκιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςχαστουκίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαστουκιστώ
εσύνα χαστουκιστείς
αυτός/ή/όνα χαστουκιστεί
εμείςνα χαστουκιστούμε
εσείςνα χαστουκιστείτε
αυτοί/ές/άνα χαστουκιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαστουκίζομαι
εσύνα χαστουκίζεσαι
αυτός/ή/όνα χαστουκίζεται
εμείςνα χαστουκιζόμαστε
εσείςνα χαστουκίζεστε
αυτοί/ές/άνα χαστουκίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαστουκιστεί
εσύνα έχεις χαστουκιστεί
αυτός/ή/όνα έχει χαστουκιστεί
εμείςνα έχουμε χαστουκιστεί
εσείςνα έχετε χαστουκιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν χαστουκιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαστουκιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χαστουκιστώ
εσύθα χαστουκιστείς
αυτός/ή/όθα χαστουκιστεί
εμείςθα χαστουκιστούμε
εσείςθα χαστουκιστείτε
αυτοί/ές/άθα χαστουκιστούν