BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χαροπαλεύω

быть при смерти

be at death's door

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαροπαλεύω
εσύχαροπαλεύεις
αυτός/ή/όχαροπαλεύει
εμείςχαροπαλεύουμε
εσείςχαροπαλεύετε
αυτοί/ές/άχαροπαλεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχαροπάλεψα
εσύχαροπάλεψες
αυτός/ή/όχαροπάλεψε
εμείςχαροπαλέψαμε
εσείςχαροπαλέψατε
αυτοί/ές/άχαροπάλεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαροπαλέψω
εσύθα χαροπαλέψεις
αυτός/ή/όθα χαροπαλέψει
εμείςθα χαροπαλέψουμε
εσείςθα χαροπαλέψετε
αυτοί/ές/άθα χαροπαλέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχαροπάλευα
εσύχαροπάλευες
αυτός/ή/όχαροπάλευε
εμείςχαροπαλεύαμε
εσείςχαροπαλεύατε
αυτοί/ές/άχαροπάλευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαροπαλεύω
εσύθα χαροπαλεύεις
αυτός/ή/όθα χαροπαλεύει
εμείςθα χαροπαλεύουμε
εσείςθα χαροπαλεύετε
αυτοί/ές/άθα χαροπαλεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαροπαλέψει
εσύέχεις χαροπαλέψει
αυτός/ή/όέχει χαροπαλέψει
εμείςέχουμε χαροπαλέψει
εσείςέχετε χαροπαλέψει
αυτοί/ές/άέχουν χαροπαλέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαροπαλέψει
εσύείχες χαροπαλέψει
αυτός/ή/όείχε χαροπαλέψει
εμείςείχαμε χαροπαλέψει
εσείςείχατε χαροπαλέψει
αυτοί/ές/άείχαν χαροπαλέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαροπαλέψει
εσύθα έχεις χαροπαλέψει
αυτός/ή/όθα έχει χαροπαλέψει
εμείςθα έχουμε χαροπαλέψει
εσείςθα έχετε χαροπαλέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν χαροπαλέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχαροπάλεψε
εσείςχαροπαλέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχαροπάλευε
εσείςχαροπαλεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαροπαλέψω
εσύνα χαροπαλέψεις
αυτός/ή/όνα χαροπαλέψει
εμείςνα χαροπαλέψουμε
εσείςνα χαροπαλέψετε
αυτοί/ές/άνα χαροπαλέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαροπαλεύω
εσύνα χαροπαλεύεις
αυτός/ή/όνα χαροπαλεύει
εμείςνα χαροπαλεύουμε
εσείςνα χαροπαλεύετε
αυτοί/ές/άνα χαροπαλεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαροπαλέψει
εσύνα έχεις χαροπαλέψει
αυτός/ή/όνα έχει χαροπαλέψει
εμείςνα έχουμε χαροπαλέψει
εσείςνα έχετε χαροπαλέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν χαροπαλέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαροπαλέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χαροπαλεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χαροπάλευα
εσύθα χαροπάλευες
αυτός/ή/όθα χαροπάλευε
εμείςθα χαροπαλεύαμε
εσείςθα χαροπαλεύατε
αυτοί/ές/άθα χαροπάλευαν