BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

χρονογραφώ

быть летописцем, быть обозревателем

annalist, columnist

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχρονογραφώ
εσύχρονογραφείς
αυτός/ή/όχρονογραφεί
εμείςχρονογραφούμε
εσείςχρονογραφείτε
αυτοί/ές/άχρονογραφούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχρονογράφησα
εσύχρονογράφησες
αυτός/ή/όχρονογράφησε
εμείςχρονογραφήσαμε
εσείςχρονογραφήσατε
αυτοί/ές/άχρονογράφησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χρονογραφήσω
εσύθα χρονογραφήσεις
αυτός/ή/όθα χρονογραφήσει
εμείςθα χρονογραφήσουμε
εσείςθα χρονογραφήσετε
αυτοί/ές/άθα χρονογραφήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχρονογραφούσα
εσύχρονογραφούσες
αυτός/ή/όχρονογραφούσε
εμείςχρονογραφούσαμε
εσείςχρονογραφούσατε
αυτοί/ές/άχρονογραφούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χρονογραφώ
εσύθα χρονογραφείς
αυτός/ή/όθα χρονογραφεί
εμείςθα χρονογραφούμε
εσείςθα χρονογραφείτε
αυτοί/ές/άθα χρονογραφούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χρονογραφήσει
εσύέχεις χρονογραφήσει
αυτός/ή/όέχει χρονογραφήσει
εμείςέχουμε χρονογραφήσει
εσείςέχετε χρονογραφήσει
αυτοί/ές/άέχουν χρονογραφήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χρονογραφήσει
εσύείχες χρονογραφήσει
αυτός/ή/όείχε χρονογραφήσει
εμείςείχαμε χρονογραφήσει
εσείςείχατε χρονογραφήσει
αυτοί/ές/άείχαν χρονογραφήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χρονογραφήσει
εσύθα έχεις χρονογραφήσει
αυτός/ή/όθα έχει χρονογραφήσει
εμείςθα έχουμε χρονογραφήσει
εσείςθα έχετε χρονογραφήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν χρονογραφήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχρονογράφησε
εσείςχρονογραφήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςχρονογραφείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χρονογραφήσω
εσύνα χρονογραφήσεις
αυτός/ή/όνα χρονογραφήσει
εμείςνα χρονογραφήσουμε
εσείςνα χρονογραφήσετε
αυτοί/ές/άνα χρονογραφήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χρονογραφώ
εσύνα χρονογραφείς
αυτός/ή/όνα χρονογραφεί
εμείςνα χρονογραφούμε
εσείςνα χρονογραφείτε
αυτοί/ές/άνα χρονογραφούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χρονογραφήσει
εσύνα έχεις χρονογραφήσει
αυτός/ή/όνα έχει χρονογραφήσει
εμείςνα έχουμε χρονογραφήσει
εσείςνα έχετε χρονογραφήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν χρονογραφήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χρονογραφήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χρονογαφώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

χρονογραφημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χρονογραφούσα
εσύθα χρονογραφούσες
αυτός/ή/όθα χρονογραφούσε
εμείςθα χρονογραφούσαμε
εσείςθα χρονογραφούσατε
αυτοί/ές/άθα χρονογραφούσαν