BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χαϊδεύομαι

ласкать себя

caress oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαϊδεύομαι
εσύχαϊδεύεσαι
αυτός/ή/όχαϊδεύεται
εμείςχαϊδευόμαστε
εσείςχαϊδεύεστε
αυτοί/ές/άχαϊδεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχαϊδεύτηκα
εσύχαϊδεύτηκες
αυτός/ή/όχαϊδεύτηκε
εμείςχαϊδευτήκαμε
εσείςχαϊδευτήκατε
αυτοί/ές/άχαϊδεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαϊδευτώ
εσύθα χαϊδευτείς
αυτός/ή/όθα χαϊδευτεί
εμείςθα χαϊδευτούμε
εσείςθα χαϊδευτείτε
αυτοί/ές/άθα χαϊδευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχαϊδευόμουν
εσύχαϊδευόσουν
αυτός/ή/όχαϊδευόταν
εμείςχαϊδευόμαστε
εσείςχαϊδευόσαστε
αυτοί/ές/άχαϊδεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαϊδεύομαι
εσύθα χαϊδεύεσαι
αυτός/ή/όθα χαϊδεύεται
εμείςθα χαϊδευόμαστε
εσείςθα χαϊδεύεστε
αυτοί/ές/άθα χαϊδεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαϊδευτεί
εσύέχεις χαϊδευτεί
αυτός/ή/όέχει χαϊδευτεί
εμείςέχουμε χαϊδευτεί
εσείςέχετε χαϊδευτεί
αυτοί/ές/άέχουν χαϊδευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαϊδευτεί
εσύείχες χαϊδευτεί
αυτός/ή/όείχε χαϊδευτεί
εμείςείχαμε χαϊδευτεί
εσείςείχατε χαϊδευτεί
αυτοί/ές/άείχαν χαϊδευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαϊδευτεί
εσύθα έχεις χαϊδευτεί
αυτός/ή/όθα έχει χαϊδευτεί
εμείςθα έχουμε χαϊδευτεί
εσείςθα έχετε χαϊδευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν χαϊδευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχαϊδέψου
εσείςχαϊδευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςχαϊδεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαϊδευτώ
εσύνα χαϊδευτείς
αυτός/ή/όνα χαϊδευτεί
εμείςνα χαϊδευτούμε
εσείςνα χαϊδευτείτε
αυτοί/ές/άνα χαϊδευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαϊδεύομαι
εσύνα χαϊδεύεσαι
αυτός/ή/όνα χαϊδεύεται
εμείςνα χαϊδευόμαστε
εσείςνα χαϊδεύεστε
αυτοί/ές/άνα χαϊδεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαϊδευτεί
εσύνα έχεις χαϊδευτεί
αυτός/ή/όνα έχει χαϊδευτεί
εμείςνα έχουμε χαϊδευτεί
εσείςνα έχετε χαϊδευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν χαϊδευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαϊδευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χαϊδευτώ
εσύθα χαϊδευτείς
αυτός/ή/όθα χαϊδευτεί
εμείςθα χαϊδευτούμε
εσείςθα χαϊδευτείτε
αυτοί/ές/άθα χαϊδευτούν