BoostMyGreek
Поиск по всем глаголам
Глаголы на букву Ο
Полный алфавитный список с аористом, будущим временем и переводом.
Поиск по всем глаголам
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
οδηγάω
— οδήγησα
— θα οδηγήσω
водить
οδηγούμαι
— οδηγήθηκα
— θα οδηγηθώ
быть ведомым
οικοδομούμαι
— οικοδομήθηκα
— θα οικοδομηθώ
быть построенным
οικοδομώ
— οικοδόμησα
— θα οικοδομήσω
строить
οικονομάω
— οικονόμησα
— θα οικονομήσω
преуспевать, откладывать
οικονομούμαι
— οικονομήθηκα
— θα οικονομηθώ
ολοκληρώνομαι
— ολοκληρώθηκα
— θα ολοκληρωθώ
становиться завершённым
ολοκληρώνω
— ολοκλήρωσα
— θα ολοκληρώσω
завершать, заканчивать
ομολογούμαι
— ομολογήθηκα
— θα ομολογηθώ
ομολογώ
— ομολόγησα
— θα ομολογήσω
признаваться, признавать, допускать
ομορφαίνω
— ομόρφυνα
— θα ομορφύνω
украшать, делать красивым
ονειδίζομαι
— ονειδίστηκα
— θα ονειδιστώ
осуждать, поносить, упрекать
ονειδίζω
— ονείδισα
— θα ονειδίσω
осуждать, поносить, упрекать
ονειρεύομαι
— ονειρεύτηκα
— θα ονειρευτώ
мечтать, видеть сон
ονειροπολώ
— ονεοροπόλησα
— θα ονειροπολήσω
грезить наяву
ονομάζομαι
— ονομάστηκα
— θα ονομαστώ
называться, именоваться
ονομάζω
— ονόμασα
— θα ονομάσω
называть, именовать
ονοματίζομαι
— ονοματίστηκα
— θα ονοματιστώ
называть себя
ονοματίζω
— ονομάτισα
— θα ονοματίσω
называть, обозначать
οπλίζομαι
— οπλίστηκα
— θα οπλιστώ
быть вооружённым
οπλίζω
— όπλισα
— θα οπλίσω
вооружать, оснащать
οπλοφορώ
— οπλοφόρησα
— θα οπλοφορήσω
носить оружие
οραματίζομαι
— οραματίστηκα
— θα οραματιστώ
представлять, воображать
οργανώνομαι
— οργανώθηκα
— θα οργανωθώ
становиться организованным
οργανώνω
— οργάνωσα
— θα οργανώσω
организовывать
οργίζομαι
— οργίστηκα
— θα οργιστώ
сердиться
οργίζω
— όργισα
— θα οργίσω
разъярять, злить
οργώνομαι
— οργώθηκα
— θα οργωθώ
οργώνω
— όργωσα
— θα οργώσω
пахать, обрабатывать землю
ορθοποδώ
— ορθοπόδησα
— θα ορθοποδήσω
встать на ноги
ορίζομαι
— ορίστηκα
— θα οριστώ
быть определённым
ορίζω
— όρισα
— θα ορίσω
определять, устанавливать
ορκίζομαι
— ορκίστηκα
— θα ορκιστώ
клясться, давать обет
ορκίζω
— όρκισα
— θα ορκίσω
приводить к присяге
ορμάω
— όρμησα
— θα ορμήσω
бросаться, мчаться
ορφανεύω
— ορφάνεψα
— θα ορφανέψω
становиться сиротой
οφείλομαι
быть обусловленным
οφείλω
— θα οφείλω
быть должным, быть обязанным
οχυρώνομαι
— οχυρώθηκα
— θα οχυρωθώ
укрепляться
οχυρώνω
— οχύρωσα
— θα οχυρώσω
укреплять