BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

οργίζω

разъярять, злить

enrage, make angry

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώοργίζω
εσύοργίζεις
αυτός/ή/όοργίζει
εμείςοργίζουμε
εσείςοργίζετε
αυτοί/ές/άοργίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώόργισα
εσύόργισες
αυτός/ή/όόργισε
εμείςοργίσαμε
εσείςοργίσατε
αυτοί/ές/άόργισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα οργίσω
εσύθα οργίσεις
αυτός/ή/όθα οργίσει
εμείςθα οργίσουμε
εσείςθα οργίσετε
αυτοί/ές/άθα οργίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώόργιζα
εσύόργιζες
αυτός/ή/όόργιζε
εμείςοργίζαμε
εσείςοργίζατε
αυτοί/ές/άόργιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα οργίζω
εσύθα οργίζεις
αυτός/ή/όθα οργίζει
εμείςθα οργίζουμε
εσείςθα οργίζετε
αυτοί/ές/άθα οργίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω οργίσει
εσύέχεις οργίσει
αυτός/ή/όέχει οργίσει
εμείςέχουμε οργίσει
εσείςέχετε οργίσει
αυτοί/ές/άέχουν οργίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα οργίσει
εσύείχες οργίσει
αυτός/ή/όείχε οργίσει
εμείςείχαμε οργίσει
εσείςείχατε οργίσει
αυτοί/ές/άείχαν οργίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω οργίσει
εσύθα έχεις οργίσει
αυτός/ή/όθα έχει οργίσει
εμείςθα έχουμε οργίσει
εσείςθα έχετε οργίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν οργίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύόργισε
εσείςοργίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύόργιζε
εσείςοργίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα οργίσω
εσύνα οργίσεις
αυτός/ή/όνα οργίσει
εμείςνα οργίσουμε
εσείςνα οργίσετε
αυτοί/ές/άνα οργίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα οργίζω
εσύνα οργίζεις
αυτός/ή/όνα οργίζει
εμείςνα οργίζουμε
εσείςνα οργίζετε
αυτοί/ές/άνα οργίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω οργίσει
εσύνα έχεις οργίσει
αυτός/ή/όνα έχει οργίσει
εμείςνα έχουμε οργίσει
εσείςνα έχετε οργίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν οργίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

οργίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

οργίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα όργιζα
εσύθα όργιζες
αυτός/ή/όθα όργιζε
εμείςθα οργίζαμε
εσείςθα οργίζατε
αυτοί/ές/άθα όργιζαν