BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

οργώνω

пахать, обрабатывать землю

plow, till

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώοργώνω
εσύοργώνεις
αυτός/ή/όοργώνει
εμείςοργώνουμε
εσείςοργώνετε
αυτοί/ές/άοργώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώόργωσα
εσύόργωσες
αυτός/ή/όόργωσε
εμείςοργώσαμε
εσείςοργώσατε
αυτοί/ές/άόργωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα οργώσω
εσύθα οργώσεις
αυτός/ή/όθα οργώσει
εμείςθα οργώσουμε
εσείςθα οργώσετε
αυτοί/ές/άθα οργώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώόργωνα
εσύόργωνες
αυτός/ή/όόργωνε
εμείςοργώναμε
εσείςοργώνατε
αυτοί/ές/άόργωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα οργώνω
εσύθα οργώνεις
αυτός/ή/όθα οργώνει
εμείςθα οργώνουμε
εσείςθα οργώνετε
αυτοί/ές/άθα οργώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω οργώσει
εσύέχεις οργώσει
αυτός/ή/όέχει οργώσει
εμείςέχουμε οργώσει
εσείςέχετε οργώσει
αυτοί/ές/άέχουν οργώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα οργώσει
εσύείχες οργώσει
αυτός/ή/όείχε οργώσει
εμείςείχαμε οργώσει
εσείςείχατε οργώσει
αυτοί/ές/άείχαν οργώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω οργώσει
εσύθα έχεις οργώσει
αυτός/ή/όθα έχει οργώσει
εμείςθα έχουμε οργώσει
εσείςθα έχετε οργώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν οργώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύόργωσε
εσείςοργώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύόργωνε
εσείςοργώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα οργώσω
εσύνα οργώσεις
αυτός/ή/όνα οργώσει
εμείςνα οργώσουμε
εσείςνα οργώσετε
αυτοί/ές/άνα οργώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα οργώνω
εσύνα οργώνεις
αυτός/ή/όνα οργώνει
εμείςνα οργώνουμε
εσείςνα οργώνετε
αυτοί/ές/άνα οργώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω οργώσει
εσύνα έχεις οργώσει
αυτός/ή/όνα έχει οργώσει
εμείςνα έχουμε οργώσει
εσείςνα έχετε οργώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν οργώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

οργώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

οργώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα όργωνα
εσύθα όργωνες
αυτός/ή/όθα όργωνε
εμείςθα οργώναμε
εσείςθα οργώνατε
αυτοί/ές/άθα όργωναν