BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

οχυρώνω

укреплять

fortify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώοχυρώνω
εσύοχυρώνεις
αυτός/ή/όοχυρώνει
εμείςοχυρώνουμε
εσείςοχυρώνετε
αυτοί/ές/άοχυρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώοχύρωσα
εσύοχύρωσες
αυτός/ή/όοχύρωσε
εμείςοχυρώσαμε
εσείςοχυρώσατε
αυτοί/ές/άοχύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα οχυρώσω
εσύθα οχυρώσεις
αυτός/ή/όθα οχυρώσει
εμείςθα οχυρώσουμε
εσείςθα οχυρώσετε
αυτοί/ές/άθα οχυρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώοχύρωνα
εσύοχύρωνες
αυτός/ή/όοχύρωνε
εμείςοχυρώναμε
εσείςοχυρώνατε
αυτοί/ές/άοχύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα οχυρώνω
εσύθα οχυρώνεις
αυτός/ή/όθα οχυρώνει
εμείςθα οχυρώνουμε
εσείςθα οχυρώνετε
αυτοί/ές/άθα οχυρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω οχυρώσει
εσύέχεις οχυρώσει
αυτός/ή/όέχει οχυρώσει
εμείςέχουμε οχυρώσει
εσείςέχετε οχυρώσει
αυτοί/ές/άέχουν οχυρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα οχυρώσει
εσύείχες οχυρώσει
αυτός/ή/όείχε οχυρώσει
εμείςείχαμε οχυρώσει
εσείςείχατε οχυρώσει
αυτοί/ές/άείχαν οχυρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω οχυρώσει
εσύθα έχεις οχυρώσει
αυτός/ή/όθα έχει οχυρώσει
εμείςθα έχουμε οχυρώσει
εσείςθα έχετε οχυρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν οχυρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύοχύρωσε
εσείςοχυρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύοχύρωνε
εσείςοχυρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα οχυρώσω
εσύνα οχυρώσεις
αυτός/ή/όνα οχυρώσει
εμείςνα οχυρώσουμε
εσείςνα οχυρώσετε
αυτοί/ές/άνα οχυρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα οχυρώνω
εσύνα οχυρώνεις
αυτός/ή/όνα οχυρώνει
εμείςνα οχυρώνουμε
εσείςνα οχυρώνετε
αυτοί/ές/άνα οχυρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω οχυρώσει
εσύνα έχεις οχυρώσει
αυτός/ή/όνα έχει οχυρώσει
εμείςνα έχουμε οχυρώσει
εσείςνα έχετε οχυρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν οχυρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

οχυρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

οχυρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα οχύρωνα
εσύθα οχύρωνες
αυτός/ή/όθα οχύρωνε
εμείςθα οχυρώναμε
εσείςθα οχυρώνατε
αυτοί/ές/άθα οχύρωναν