BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ομορφαίνω

украшать, делать красивым

adorn, beautify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώομορφαίνω
εσύομορφαίνεις
αυτός/ή/όομορφαίνει
εμείςομορφαίνουμε
εσείςομορφαίνετε
αυτοί/ές/άομορφαίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώομόρφυνα
εσύομόρφυνες
αυτός/ή/όομόρφυνε
εμείςομορφύναμε
εσείςομορφύνατε
αυτοί/ές/άομόρφυναν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ομορφύνω
εσύθα ομορφύνεις
αυτός/ή/όθα ομορφύνει
εμείςθα ομορφύνουμε
εσείςθα ομορφύνετε
αυτοί/ές/άθα ομορφύνουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώομόρφαινα
εσύομόρφαινες
αυτός/ή/όομόρφαινε
εμείςομορφαίναμε
εσείςομορφαίνατε
αυτοί/ές/άομόρφαιναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ομορφαίνω
εσύθα ομορφαίνεις
αυτός/ή/όθα ομορφαίνει
εμείςθα ομορφαίνουμε
εσείςθα ομορφαίνετε
αυτοί/ές/άθα ομορφαίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ομορφύνει
εσύέχεις ομορφύνει
αυτός/ή/όέχει ομορφύνει
εμείςέχουμε ομορφύνει
εσείςέχετε ομορφύνει
αυτοί/ές/άέχουν ομορφύνει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ομορφύνει
εσύείχες ομορφύνει
αυτός/ή/όείχε ομορφύνει
εμείςείχαμε ομορφύνει
εσείςείχατε ομορφύνει
αυτοί/ές/άείχαν ομορφύνει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ομορφύνει
εσύθα έχεις ομορφύνει
αυτός/ή/όθα έχει ομορφύνει
εμείςθα έχουμε ομορφύνει
εσείςθα έχετε ομορφύνει
αυτοί/ές/άθα έχουν ομορφύνει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύομόρφυνε
εσείςομορφύνετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύομόρφαινε
εσείςομορφαίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ομορφύνω
εσύνα ομορφύνεις
αυτός/ή/όνα ομορφύνει
εμείςνα ομορφύνουμε
εσείςνα ομορφύνετε
αυτοί/ές/άνα ομορφύνουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ομορφαίνω
εσύνα ομορφαίνεις
αυτός/ή/όνα ομορφαίνει
εμείςνα ομορφαίνουμε
εσείςνα ομορφαίνετε
αυτοί/ές/άνα ομορφαίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ομορφύνει
εσύνα έχεις ομορφύνει
αυτός/ή/όνα έχει ομορφύνει
εμείςνα έχουμε ομορφύνει
εσείςνα έχετε ομορφύνει
αυτοί/ές/άνα έχουν ομορφύνει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ομορφύνει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ομορφαίνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ομόρφαινα
εσύθα ομόρφαινες
αυτός/ή/όθα ομόρφαινε
εμείςθα ομορφαίναμε
εσείςθα ομορφαίνατε
αυτοί/ές/άθα ομόρφαιναν