BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

οραματίζομαι

представлять, воображать

envision

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώοραματίζομαι
εσύοραματίζεσαι
αυτός/ή/όοραματίζεται
εμείςοραματιζόμαστε
εσείςοραματίζεστε
αυτοί/ές/άοραματίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώοραματίστηκα
εσύοραματίστηκες
αυτός/ή/όοραματίστηκε
εμείςοραματιστήκαμε
εσείςοραματιστήκατε
αυτοί/ές/άοραματίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα οραματιστώ
εσύθα οραματιστείς
αυτός/ή/όθα οραματιστεί
εμείςθα οραματιστούμε
εσείςθα οραματιστείτε
αυτοί/ές/άθα οραματιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώοραματιζόμουν
εσύοραματιζόσουν
αυτός/ή/όοραματιζόταν
εμείςοραματιζόμαστε
εσείςοραματιζόσαστε
αυτοί/ές/άοραματίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα οραματίζομαι
εσύθα οραματίζεσαι
αυτός/ή/όθα οραματίζεται
εμείςθα οραματιζόμαστε
εσείςθα οραματίζεστε
αυτοί/ές/άθα οραματίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω οραματιστεί
εσύέχεις οραματιστεί
αυτός/ή/όέχει οραματιστεί
εμείςέχουμε οραματιστεί
εσείςέχετε οραματιστεί
αυτοί/ές/άέχουν οραματιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα οραματιστεί
εσύείχες οραματιστεί
αυτός/ή/όείχε οραματιστεί
εμείςείχαμε οραματιστεί
εσείςείχατε οραματιστεί
αυτοί/ές/άείχαν οραματιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω οραματιστεί
εσύθα έχεις οραματιστεί
αυτός/ή/όθα έχει οραματιστεί
εμείςθα έχουμε οραματιστεί
εσείςθα έχετε οραματιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν οραματιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύοραματίσου
εσείςοραματιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςοραματίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα οραματιστώ
εσύνα οραματιστείς
αυτός/ή/όνα οραματιστεί
εμείςνα οραματιστούμε
εσείςνα οραματιστείτε
αυτοί/ές/άνα οραματιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα οραματίζομαι
εσύνα οραματίζεσαι
αυτός/ή/όνα οραματίζεται
εμείςνα οραματιζόμαστε
εσείςνα οραματίζεστε
αυτοί/ές/άνα οραματίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω οραματιστεί
εσύνα έχεις οραματιστεί
αυτός/ή/όνα έχει οραματιστεί
εμείςνα έχουμε οραματιστεί
εσείςνα έχετε οραματιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν οραματιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

οραματιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα οραματιστώ
εσύθα οραματιστείς
αυτός/ή/όθα οραματιστεί
εμείςθα οραματιστούμε
εσείςθα οραματιστείτε
αυτοί/ές/άθα οραματιστούν