υγραίνομαι — υγράνθηκα — θα υγρανθώувлажняться, сыретьυγραίνω — ύγρανα — θα υγράνωувлажнять, смачиватьυγροποιούμαι — υγροποιήθηκα — θα υγροποιηθώсжижатьсяυγροποιώ — υγροποίησα — θα υγροποιήσωсжижатьυιοθετούμαι — υιοθετήθηκα — θα υιοθετηθώбыть усыновленнымυιοθετώ — υιοθέτησα — θα υιοθετήσωусыновлять, приниматьυλοποιούμαι — υλοποιήθηκα — θα υλοποιηθώбыть реализованнымυλοποιώ — υλοποίησα — θα υλοποιήσωреализовывать, материализовыватьυμνολογώ — υμνολόγησα — θα υμνολογήσωпеть гимныυμνούμαι — υμνήθηκα — θα υμνηθώбыть восхваляемымυμνώ — ύμνησα — θα υμνήσωвосхвалятьυπαγορεύομαι — υπαγορεύτηκα — θα υπαγορευτώυπαγορεύω — υπαγόρευσα — θα υπαγορεύσωдиктовать, навязыватьυπακούω — υπάκουσα — θα υπακούσωповиноваться, соблюдатьυπάρχω — υπήρξα — θα υπάρξωсуществоватьυπερακοντίζομαι — υπερακοντίστηκα — θα υπερακοντιστώперелетать, превосходитьυπερακοντίζω — υπερακόντισα — θα υπερακοντίσωпромахнуться, превзойтиυπερασπίζομαι — υπερασπίστηκα — θα υπερασπιστώзащищатьυπερασπίζω — υπεράσπισα — θα υπερασπίσωзащищатьυπερβαίνω — υπερέβηκα — θα υπερβώпревышать, превосходитьυπερβάλλω — υπερέβαλα — θα υπερβάλωпреувеличиватьυπερέχωпревосходить, отличаться, быть вышеυπερτιμάω — υπερτίμησα — θα υπερτιμήσωпереоцениватьυπερτιμώμαι — υπερτιμήθηκα — θα υπερτιμηθώбыть переоценённымυπηρετούμαι — υπηρετήθηκα — θα υπηρετηθώбыть обслуженнымυπηρετώ — υπηρέτησα — θα υπηρετήσωслужить, обслуживатьυπνοβατώ — υπνοβάτησα — θα υπνοβατήσωходить во снеυπνωτίζομαι — υπνωτίστηκα — θα υπνωτιστώбыть загипнотизированнымυπνωτίζω — υπνώτισα — θα υπνωτίσωгипнотизироватьυπογραμμίζομαι — υπογραμμίστηκα — θα υπογραμμιστώυπογραμμίζω — υπογράμμισα — θα υπογραμμίσωподчёркивать, выделять, акцентироватьυπογράφομαι — υπογράφτηκα — θα υπογραφτώυπογράφω — υπέγραψα — θα υπογράψωподписыватьυποδέχομαι — υποδέχτηκα — θα υποδεχτώприветствовать, принимать, впускатьυποθέτω — υπέθεσα — θα υποθέσωпредполагатьυποθηκεύομαι — υποθηκεύτηκα — θα υποθηκευτώυποθηκεύω — υποθήκευσα — θα υποθηκεύσωзакладывать, отдавать в ипотекуυποκλίνομαι — υποκλίθηκα — θα υποκλιθώкланятьсяυπολογίζομαι — υπολογίστηκα — θα υπολογιστώυπολογίζω — υπολόγισα — θα υπολογίσωвычислять, оцениватьυπομένω — υπέμεινα — θα υπομείνωтерпеть, выдерживатьυπομνηματίζομαι — υπομνηματίστηκα — θα υπομνηματιστώкомментировать свой текстυπομνηματίζω — υπομνημάτισα — θα υπομνηματίσωписать комментарий к текстуυπονομεύομαι — υπονομεύτηκα — θα υπονομευτώυπονομεύω — υπονόμευσα — θα υπονομεύσωподрыватьυποπτεύομαι — υποπτεύτηκα — θα υποπτευτώподозреватьυποσιτίζομαι — υποσιτίστηκα — θα υποσιτιστώнедоедать, страдать от недоеданияυποσιτίζω — υποσίτισα — θα υποσιτίσωнедокармливатьυποστηρίζομαι — υποστηρίχτηκα — θα υποστηριχτώподдерживатьсяυποστηρίζω — υποστήριξα — θα υποστηρίξωподдерживать, спонсироватьυπόσχομαι — υποσχέθηκα — θα υποσχεθώобещать, давать обязательствоυποτιμώ — υποτίμησα — θα υποτιμήσωнедооценивать, занижать ценностьυποτιμώμαι — υποτιμήθηκα — θα υποτιμηθώбыть недооценённымυποφέρομαι — υποφέρθηκα — θα υποφερθώυποφέρω — υπέφερα — θα υποφέρωстрадать, терпеть, переноситьυποχρεώνομαι — υποχρεώθηκα — θα υποχρεωθώбыть вынужденным, быть обязаннымυποχρεώνω — υποχρέωσα — θα υποχρεώσωпринуждать, обязывать, налагать обязательствоυποχωρώ — υποχώρησα — θα υποχωρήσωуступать, отступать, отходитьυποψιάζομαι — υποψιάστηκα — θα υποψιαστώподозреватьυποψιάζω — υποψίασα — θα υποψιάσωυστερώ — υστέρησα — θα υστερήσωуступать, отставатьυφαίνομαι — υφάνθηκα — θα υφανθώυφαίνω — ύφανα — θα υφάνωткать, прястьυψώνομαι — υψώθηκα — θα υψωθώподниматьсяυψώνω — ύψωσα — θα υψώσωподниматьυγιαίνω — θα υγιάνωбыть здоровым