BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υπνοβατώ

ходить во сне

sleepwalk

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυπνοβατώ
εσύυπνοβατείς
αυτός/ή/όυπνοβατεί
εμείςυπνοβατούμε
εσείςυπνοβατείτε
αυτοί/ές/άυπνοβατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυπνοβάτησα
εσύυπνοβάτησες
αυτός/ή/όυπνοβάτησε
εμείςυπνοβατήσαμε
εσείςυπνοβατήσατε
αυτοί/ές/άυπνοβάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υπνοβατήσω
εσύθα υπνοβατήσεις
αυτός/ή/όθα υπνοβατήσει
εμείςθα υπνοβατήσουμε
εσείςθα υπνοβατήσετε
αυτοί/ές/άθα υπνοβατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυπνοβατούσα
εσύυπνοβατούσες
αυτός/ή/όυπνοβατούσε
εμείςυπνοβατούσαμε
εσείςυπνοβατούσατε
αυτοί/ές/άυπνοβατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υπνοβατώ
εσύθα υπνοβατείς
αυτός/ή/όθα υπνοβατεί
εμείςθα υπνοβατούμε
εσείςθα υπνοβατείτε
αυτοί/ές/άθα υπνοβατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υπνοβατήσει
εσύέχεις υπνοβατήσει
αυτός/ή/όέχει υπνοβατήσει
εμείςέχουμε υπνοβατήσει
εσείςέχετε υπνοβατήσει
αυτοί/ές/άέχουν υπνοβατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υπνοβατήσει
εσύείχες υπνοβατήσει
αυτός/ή/όείχε υπνοβατήσει
εμείςείχαμε υπνοβατήσει
εσείςείχατε υπνοβατήσει
αυτοί/ές/άείχαν υπνοβατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υπνοβατήσει
εσύθα έχεις υπνοβατήσει
αυτός/ή/όθα έχει υπνοβατήσει
εμείςθα έχουμε υπνοβατήσει
εσείςθα έχετε υπνοβατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν υπνοβατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυπνοβάτησε
εσείςυπνοβατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςυπνοβατείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υπνοβατήσω
εσύνα υπνοβατήσεις
αυτός/ή/όνα υπνοβατήσει
εμείςνα υπνοβατήσουμε
εσείςνα υπνοβατήσετε
αυτοί/ές/άνα υπνοβατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υπνοβατώ
εσύνα υπνοβατείς
αυτός/ή/όνα υπνοβατεί
εμείςνα υπνοβατούμε
εσείςνα υπνοβατείτε
αυτοί/ές/άνα υπνοβατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υπνοβατήσει
εσύνα έχεις υπνοβατήσει
αυτός/ή/όνα έχει υπνοβατήσει
εμείςνα έχουμε υπνοβατήσει
εσείςνα έχετε υπνοβατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν υπνοβατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υπνοβατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

υπνοβατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υπνοβατούσα
εσύθα υπνοβατούσες
αυτός/ή/όθα υπνοβατούσε
εμείςθα υπνοβατούσαμε
εσείςθα υπνοβατούσατε
αυτοί/ές/άθα υπνοβατούσαν