BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υπνωτίζομαι

быть загипнотизированным

be hypnotized

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυπνωτίζομαι
εσύυπνωτίζεσαι
αυτός/ή/όυπνωτίζεται
εμείςυπνωτιζόμαστε
εσείςυπνωτίζεστε
αυτοί/ές/άυπνωτίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυπνωτίστηκα
εσύυπνωτίστηκες
αυτός/ή/όυπνωτίστηκε
εμείςυπνωτιστήκαμε
εσείςυπνωτιστήκατε
αυτοί/ές/άυπνωτίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υπνωτιστώ
εσύθα υπνωτιστείς
αυτός/ή/όθα υπνωτιστεί
εμείςθα υπνωτιστούμε
εσείςθα υπνωτιστείτε
αυτοί/ές/άθα υπνωτιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυπνωτιζόμουν
εσύυπνωτιζόσουν
αυτός/ή/όυπνωτιζόταν
εμείςυπνωτιζόμαστε
εσείςυπνωτιζόσαστε
αυτοί/ές/άυπνωτίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υπνωτίζομαι
εσύθα υπνωτίζεσαι
αυτός/ή/όθα υπνωτίζεται
εμείςθα υπνωτιζόμαστε
εσείςθα υπνωτίζεστε
αυτοί/ές/άθα υπνωτίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υπνωτιστεί
εσύέχεις υπνωτιστεί
αυτός/ή/όέχει υπνωτιστεί
εμείςέχουμε υπνωτιστεί
εσείςέχετε υπνωτιστεί
αυτοί/ές/άέχουν υπνωτιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υπνωτιστεί
εσύείχες υπνωτιστεί
αυτός/ή/όείχε υπνωτιστεί
εμείςείχαμε υπνωτιστεί
εσείςείχατε υπνωτιστεί
αυτοί/ές/άείχαν υπνωτιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υπνωτιστεί
εσύθα έχεις υπνωτιστεί
αυτός/ή/όθα έχει υπνωτιστεί
εμείςθα έχουμε υπνωτιστεί
εσείςθα έχετε υπνωτιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν υπνωτιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυπνωτίσου
εσείςυπνωτιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςυπνωτίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υπνωτιστώ
εσύνα υπνωτιστείς
αυτός/ή/όνα υπνωτιστεί
εμείςνα υπνωτιστούμε
εσείςνα υπνωτιστείτε
αυτοί/ές/άνα υπνωτιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υπνωτίζομαι
εσύνα υπνωτίζεσαι
αυτός/ή/όνα υπνωτίζεται
εμείςνα υπνωτιζόμαστε
εσείςνα υπνωτίζεστε
αυτοί/ές/άνα υπνωτίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υπνωτιστεί
εσύνα έχεις υπνωτιστεί
αυτός/ή/όνα έχει υπνωτιστεί
εμείςνα έχουμε υπνωτιστεί
εσείςνα έχετε υπνωτιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν υπνωτιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υπνωτιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υπνωτιστώ
εσύθα υπνωτιστείς
αυτός/ή/όθα υπνωτιστεί
εμείςθα υπνωτιστούμε
εσείςθα υπνωτιστείτε
αυτοί/ές/άθα υπνωτιστούν