BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υμνολογώ

петь гимны

chant hymns

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυμνολογώ
εσύυμνολογείς
αυτός/ή/όυμνολογεί
εμείςυμνολογούμε
εσείςυμνολογείτε
αυτοί/ές/άυμνολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυμνολόγησα
εσύυμνολόγησες
αυτός/ή/όυμνολόγησε
εμείςυμνολογήσαμε
εσείςυμνολογήσατε
αυτοί/ές/άυμνολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υμνολογήσω
εσύθα υμνολογήσεις
αυτός/ή/όθα υμνολογήσει
εμείςθα υμνολογήσουμε
εσείςθα υμνολογήσετε
αυτοί/ές/άθα υμνολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυμνολογούσα
εσύυμνολογούσες
αυτός/ή/όυμνολογούσε
εμείςυμνολογούσαμε
εσείςυμνολογούσατε
αυτοί/ές/άυμνολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υμνολογώ
εσύθα υμνολογείς
αυτός/ή/όθα υμνολογεί
εμείςθα υμνολογούμε
εσείςθα υμνολογείτε
αυτοί/ές/άθα υμνολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υμνολογήσει
εσύέχεις υμνολογήσει
αυτός/ή/όέχει υμνολογήσει
εμείςέχουμε υμνολογήσει
εσείςέχετε υμνολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν υμνολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υμνολογήσει
εσύείχες υμνολογήσει
αυτός/ή/όείχε υμνολογήσει
εμείςείχαμε υμνολογήσει
εσείςείχατε υμνολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν υμνολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υμνολογήσει
εσύθα έχεις υμνολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει υμνολογήσει
εμείςθα έχουμε υμνολογήσει
εσείςθα έχετε υμνολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν υμνολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυμνολόγησε
εσείςυμνολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςυμνολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υμνολογήσω
εσύνα υμνολογήσεις
αυτός/ή/όνα υμνολογήσει
εμείςνα υμνολογήσουμε
εσείςνα υμνολογήσετε
αυτοί/ές/άνα υμνολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υμνολογώ
εσύνα υμνολογείς
αυτός/ή/όνα υμνολογεί
εμείςνα υμνολογούμε
εσείςνα υμνολογείτε
αυτοί/ές/άνα υμνολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υμνολογήσει
εσύνα έχεις υμνολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει υμνολογήσει
εμείςνα έχουμε υμνολογήσει
εσείςνα έχετε υμνολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν υμνολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υμνολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

υμνολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υμνολογούσα
εσύθα υμνολογούσες
αυτός/ή/όθα υμνολογούσε
εμείςθα υμνολογούσαμε
εσείςθα υμνολογούσατε
αυτοί/ές/άθα υμνολογούσαν