BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υποχρεώνω

принуждать, обязывать, налагать обязательство

compel, oblige, obligate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυποχρεώνω
εσύυποχρεώνεις
αυτός/ή/όυποχρεώνει
εμείςυποχρεώνουμε
εσείςυποχρεώνετε
αυτοί/ές/άυποχρεώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυποχρέωσα
εσύυποχρέωσες
αυτός/ή/όυποχρέωσε
εμείςυποχρεώσαμε
εσείςυποχρεώσατε
αυτοί/ές/άυποχρέωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υποχρεώσω
εσύθα υποχρεώσεις
αυτός/ή/όθα υποχρεώσει
εμείςθα υποχρεώσουμε
εσείςθα υποχρεώσετε
αυτοί/ές/άθα υποχρεώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυποχρέωνα
εσύυποχρέωνες
αυτός/ή/όυποχρέωνε
εμείςυποχρεώναμε
εσείςυποχρεώνατε
αυτοί/ές/άυποχρέωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υποχρεώνω
εσύθα υποχρεώνεις
αυτός/ή/όθα υποχρεώνει
εμείςθα υποχρεώνουμε
εσείςθα υποχρεώνετε
αυτοί/ές/άθα υποχρεώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υποχρεώσει
εσύέχεις υποχρεώσει
αυτός/ή/όέχει υποχρεώσει
εμείςέχουμε υποχρεώσει
εσείςέχετε υποχρεώσει
αυτοί/ές/άέχουν υποχρεώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υποχρεώσει
εσύείχες υποχρεώσει
αυτός/ή/όείχε υποχρεώσει
εμείςείχαμε υποχρεώσει
εσείςείχατε υποχρεώσει
αυτοί/ές/άείχαν υποχρεώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υποχρεώσει
εσύθα έχεις υποχρεώσει
αυτός/ή/όθα έχει υποχρεώσει
εμείςθα έχουμε υποχρεώσει
εσείςθα έχετε υποχρεώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν υποχρεώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυποχρέωσε
εσείςυποχρεώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύυποχρέωνε
εσείςυποχρεώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υποχρεώσω
εσύνα υποχρεώσεις
αυτός/ή/όνα υποχρεώσει
εμείςνα υποχρεώσουμε
εσείςνα υποχρεώσετε
αυτοί/ές/άνα υποχρεώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υποχρεώνω
εσύνα υποχρεώνεις
αυτός/ή/όνα υποχρεώνει
εμείςνα υποχρεώνουμε
εσείςνα υποχρεώνετε
αυτοί/ές/άνα υποχρεώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υποχρεώσει
εσύνα έχεις υποχρεώσει
αυτός/ή/όνα έχει υποχρεώσει
εμείςνα έχουμε υποχρεώσει
εσείςνα έχετε υποχρεώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν υποχρεώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υποχρεώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

υποχρεώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υποχρέωνα
εσύθα υποχρέωνες
αυτός/ή/όθα υποχρέωνε
εμείςθα υποχρεώναμε
εσείςθα υποχρεώνατε
αυτοί/ές/άθα υποχρέωναν