BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ωχριώ

бледнеть

turn pale

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώωχριώ
εσύωχριάς
αυτός/ή/όωχριά
εμείςωχριούμε
εσείςωχριάτε
αυτοί/ές/άωχριούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώωχρίασα
εσύωχρίασες
αυτός/ή/όωχρίασε
εμείςωχριάσαμε
εσείςωχριάσατε
αυτοί/ές/άωχρίασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ωχριάσω
εσύθα ωχριάσεις
αυτός/ή/όθα ωχριάσει
εμείςθα ωχριάσουμε
εσείςθα ωχριάσετε
αυτοί/ές/άθα ωχριάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώωχριούσα
εσύωχριούσες
αυτός/ή/όωχριούσε
εμείςωχριούσαμε
εσείςωχριούσατε
αυτοί/ές/άωχριούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ωχριώ
εσύθα ωχριάς
αυτός/ή/όθα ωχριά
εμείςθα ωχριούμε
εσείςθα ωχριάτε
αυτοί/ές/άθα ωχριούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ωχριάσει
εσύέχεις ωχριάσει
αυτός/ή/όέχει ωχριάσει
εμείςέχουμε ωχριάσει
εσείςέχετε ωχριάσει
αυτοί/ές/άέχουν ωχριάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ωχριάσει
εσύείχες ωχριάσει
αυτός/ή/όείχε ωχριάσει
εμείςείχαμε ωχριάσει
εσείςείχατε ωχριάσει
αυτοί/ές/άείχαν ωχριάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ωχριάσει
εσύθα έχεις ωχριάσει
αυτός/ή/όθα έχει ωχριάσει
εμείςθα έχουμε ωχριάσει
εσείςθα έχετε ωχριάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ωχριάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύωχρίασε
εσείςωχριάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςωχριάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ωχριάσω
εσύνα ωχριάσεις
αυτός/ή/όνα ωχριάσει
εμείςνα ωχριάσουμε
εσείςνα ωχριάσετε
αυτοί/ές/άνα ωχριάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ωχριώ
εσύνα ωχριάς
αυτός/ή/όνα ωχριά
εμείςνα ωχριούμε
εσείςνα ωχριάτε
αυτοί/ές/άνα ωχριούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ωχριάσει
εσύνα έχεις ωχριάσει
αυτός/ή/όνα έχει ωχριάσει
εμείςνα έχουμε ωχριάσει
εσείςνα έχετε ωχριάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ωχριάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ωχριάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ωχριώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ωχριούσα
εσύθα ωχριούσες
αυτός/ή/όθα ωχριούσε
εμείςθα ωχριούσαμε
εσείςθα ωχριούσατε
αυτοί/ές/άθα ωχριούσαν