BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ψυχαναλύω

психоанализировать

psychoanalyze

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώψυχαναλύω
εσύψυχαναλύεις
αυτός/ή/όψυχαναλύει
εμείςψαχαναλύουμε
εσείςψυχαναλύετε
αυτοί/ές/άψυχαναλύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώψυχανέλυσα
εσύψυχανέλυσες
αυτός/ή/όψυχανέλυσε
εμείςψυχαναλύσαμε
εσείςψυχαναλύσατε
αυτοί/ές/άψυχανέλυσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ψυχαναλύσω
εσύθα ψυχαναλύσεις
αυτός/ή/όθα ψυχαναλύσει
εμείςθα ψυχαναλύσουμε
εσείςθα ψυχαναλύσετε
αυτοί/ές/άθα ψυχαναλύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώψυχανέλυα
εσύψυχανέλυες
αυτός/ή/όψυχανέλυε
εμείςψυχαναλύαμε
εσείςψυχαναλύατε
αυτοί/ές/άψυχανέλυαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ψυχαναλύω
εσύθα ψυχαναλύεις
αυτός/ή/όθα ψυχαναλύει
εμείςθα ψαχαναλύουμε
εσείςθα ψυχαναλύετε
αυτοί/ές/άθα ψυχαναλύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ψυχαναλύσει
εσύέχεις ψυχαναλύσει
αυτός/ή/όέχει ψυχαναλύσει
εμείςέχουμε ψυχαναλύσει
εσείςέχετε ψυχαναλύσει
αυτοί/ές/άέχουν ψυχαναλύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ψυχαναλύσει
εσύείχες ψυχαναλύσει
αυτός/ή/όείχε ψυχαναλύσει
εμείςείχαμε ψυχαναλύσει
εσείςείχατε ψυχαναλύσει
αυτοί/ές/άείχαν ψυχαναλύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ψυχαναλύσει
εσύθα έχεις ψυχαναλύσει
αυτός/ή/όθα έχει ψυχαναλύσει
εμείςθα έχουμε ψυχαναλύσει
εσείςθα έχετε ψυχαναλύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ψυχαναλύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύψυχανάλυσε
εσείςψυχαναλύσετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύψυχανάλυε
εσείςψυχαναλύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ψυχαναλύσω
εσύνα ψυχαναλύσεις
αυτός/ή/όνα ψυχαναλύσει
εμείςνα ψυχαναλύσουμε
εσείςνα ψυχαναλύσετε
αυτοί/ές/άνα ψυχαναλύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ψυχαναλύω
εσύνα ψυχαναλύεις
αυτός/ή/όνα ψυχαναλύει
εμείςνα ψαχαναλύουμε
εσείςνα ψυχαναλύετε
αυτοί/ές/άνα ψυχαναλύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ψυχαναλύσει
εσύνα έχεις ψυχαναλύσει
αυτός/ή/όνα έχει ψυχαναλύσει
εμείςνα έχουμε ψυχαναλύσει
εσείςνα έχετε ψυχαναλύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ψυχαναλύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ψυχαναλύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ψυχαναλύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ψυχανέλυα
εσύθα ψυχανέλυες
αυτός/ή/όθα ψυχανέλυε
εμείςθα ψυχαναλύαμε
εσείςθα ψυχαναλύατε
αυτοί/ές/άθα ψυχανέλυαν