BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ψεκάζω

опрыскивать

spray

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώψεκάζω
εσύψεκάζεις
αυτός/ή/όψεκάζει
εμείςψεκάζουμε
εσείςψεκάζετε
αυτοί/ές/άψεκάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώψέκασα
εσύψέκασες
αυτός/ή/όψέκασε
εμείςψεκάσαμε
εσείςψεκάσατε
αυτοί/ές/άψέκασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ψεκάσω
εσύθα ψεκάσεις
αυτός/ή/όθα ψεκάσει
εμείςθα ψεκάσουμε
εσείςθα ψεκάσετε
αυτοί/ές/άθα ψεκάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώψέκαζα
εσύψέκαζες
αυτός/ή/όψέκαζε
εμείςψεκάζαμε
εσείςψεκάζατε
αυτοί/ές/άψέκαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ψεκάζω
εσύθα ψεκάζεις
αυτός/ή/όθα ψεκάζει
εμείςθα ψεκάζουμε
εσείςθα ψεκάζετε
αυτοί/ές/άθα ψεκάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ψεκάσει
εσύέχεις ψεκάσει
αυτός/ή/όέχει ψεκάσει
εμείςέχουμε ψεκάσει
εσείςέχετε ψεκάσει
αυτοί/ές/άέχουν ψεκάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ψεκάσει
εσύείχες ψεκάσει
αυτός/ή/όείχε ψεκάσει
εμείςείχαμε ψεκάσει
εσείςείχατε ψεκάσει
αυτοί/ές/άείχαν ψεκάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ψεκάσει
εσύθα έχεις ψεκάσει
αυτός/ή/όθα έχει ψεκάσει
εμείςθα έχουμε ψεκάσει
εσείςθα έχετε ψεκάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ψεκάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύψέκασε
εσείςψεκάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύψέκαζε
εσείςψεκάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ψεκάσω
εσύνα ψεκάσεις
αυτός/ή/όνα ψεκάσει
εμείςνα ψεκάσουμε
εσείςνα ψεκάσετε
αυτοί/ές/άνα ψεκάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ψεκάζω
εσύνα ψεκάζεις
αυτός/ή/όνα ψεκάζει
εμείςνα ψεκάζουμε
εσείςνα ψεκάζετε
αυτοί/ές/άνα ψεκάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ψεκάσει
εσύνα έχεις ψεκάσει
αυτός/ή/όνα έχει ψεκάσει
εμείςνα έχουμε ψεκάσει
εσείςνα έχετε ψεκάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ψεκάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ψεκάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ψεκάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ψέκαζα
εσύθα ψέκαζες
αυτός/ή/όθα ψέκαζε
εμείςθα ψεκάζαμε
εσείςθα ψεκάζατε
αυτοί/ές/άθα ψέκαζαν