BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φωνάζω

кричать, вопить

yell, scream

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφωνάζω
εσύφωνάζεις
αυτός/ή/όφωνάζει
εμείςφωνάζουμε
εσείςφωνάζετε
αυτοί/ές/άφωνάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφώναξα
εσύφώναξες
αυτός/ή/όφώναξε
εμείςφωνάξαμε
εσείςφωνάξατε
αυτοί/ές/άφώναξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φωνάξω
εσύθα φωνάξεις
αυτός/ή/όθα φωνάξει
εμείςθα φωνάξουμε
εσείςθα φωνάξετε
αυτοί/ές/άθα φωνάξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφώναζα
εσύφώναζες
αυτός/ή/όφώναζε
εμείςφωνάζαμε
εσείςφωνάζατε
αυτοί/ές/άφώναζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φωνάζω
εσύθα φωνάζεις
αυτός/ή/όθα φωνάζει
εμείςθα φωνάζουμε
εσείςθα φωνάζετε
αυτοί/ές/άθα φωνάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φωνάξει
εσύέχεις φωνάξει
αυτός/ή/όέχει φωνάξει
εμείςέχουμε φωνάξει
εσείςέχετε φωνάξει
αυτοί/ές/άέχουν φωνάξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φωνάξει
εσύείχες φωνάξει
αυτός/ή/όείχε φωνάξει
εμείςείχαμε φωνάξει
εσείςείχατε φωνάξει
αυτοί/ές/άείχαν φωνάξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φωνάξει
εσύθα έχεις φωνάξει
αυτός/ή/όθα έχει φωνάξει
εμείςθα έχουμε φωνάξει
εσείςθα έχετε φωνάξει
αυτοί/ές/άθα έχουν φωνάξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφώναξε
εσείςφωνάξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφώναζε
εσείςφωνάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φωνάξω
εσύνα φωνάξεις
αυτός/ή/όνα φωνάξει
εμείςνα φωνάξουμε
εσείςνα φωνάξετε
αυτοί/ές/άνα φωνάξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φωνάζω
εσύνα φωνάζεις
αυτός/ή/όνα φωνάζει
εμείςνα φωνάζουμε
εσείςνα φωνάζετε
αυτοί/ές/άνα φωνάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φωνάξει
εσύνα έχεις φωνάξει
αυτός/ή/όνα έχει φωνάξει
εμείςνα έχουμε φωνάξει
εσείςνα έχετε φωνάξει
αυτοί/ές/άνα έχουν φωνάξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φωνάξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φωνάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φώναζα
εσύθα φώναζες
αυτός/ή/όθα φώναζε
εμείςθα φωνάζαμε
εσείςθα φωνάζατε
αυτοί/ές/άθα φώναζαν