BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φουντώνω

разжигать, вспыхивать, расти

fire up, flare up, grow

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφουντώνω
εσύφουντώνεις
αυτός/ή/όφουντώνει
εμείςφουντώνουμε
εσείςφουντώνετε
αυτοί/ές/άφουντώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφούντωσα
εσύφούντωσες
αυτός/ή/όφούντωσε
εμείςφουντώσαμε
εσείςφουντώσατε
αυτοί/ές/άφούντωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φουντώσω
εσύθα φουντώσεις
αυτός/ή/όθα φουντώσει
εμείςθα φουντώσουμε
εσείςθα φουντώσετε
αυτοί/ές/άθα φουντώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφούντωνα
εσύφούντωνες
αυτός/ή/όφούντωνε
εμείςφουντώναμε
εσείςφουντώνατε
αυτοί/ές/άφούντωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φουντώνω
εσύθα φουντώνεις
αυτός/ή/όθα φουντώνει
εμείςθα φουντώνουμε
εσείςθα φουντώνετε
αυτοί/ές/άθα φουντώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φουντώσει
εσύέχεις φουντώσει
αυτός/ή/όέχει φουντώσει
εμείςέχουμε φουντώσει
εσείςέχετε φουντώσει
αυτοί/ές/άέχουν φουντώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φουντώσει
εσύείχες φουντώσει
αυτός/ή/όείχε φουντώσει
εμείςείχαμε φουντώσει
εσείςείχατε φουντώσει
αυτοί/ές/άείχαν φουντώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φουντώσει
εσύθα έχεις φουντώσει
αυτός/ή/όθα έχει φουντώσει
εμείςθα έχουμε φουντώσει
εσείςθα έχετε φουντώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν φουντώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφούντωσε
εσείςφουντώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφούντωνε
εσείςφουντώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φουντώσω
εσύνα φουντώσεις
αυτός/ή/όνα φουντώσει
εμείςνα φουντώσουμε
εσείςνα φουντώσετε
αυτοί/ές/άνα φουντώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φουντώνω
εσύνα φουντώνεις
αυτός/ή/όνα φουντώνει
εμείςνα φουντώνουμε
εσείςνα φουντώνετε
αυτοί/ές/άνα φουντώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φουντώσει
εσύνα έχεις φουντώσει
αυτός/ή/όνα έχει φουντώσει
εμείςνα έχουμε φουντώσει
εσείςνα έχετε φουντώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν φουντώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φουντώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φουντώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

φουντωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φούντωνα
εσύθα φούντωνες
αυτός/ή/όθα φούντωνε
εμείςθα φουντώναμε
εσείςθα φουντώνατε
αυτοί/ές/άθα φούντωναν