BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

φασκιώνομαι

быть спелёнутым

be swaddled

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφασκιώνομαι
εσύφασκιώνεσαι
αυτός/ή/όφασκιώνεται
εμείςφασκιωνόμαστε
εσείςφασκιώνεστε
αυτοί/ές/άφασκιώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφασκιώθηκα
εσύφασκιώθηκες
αυτός/ή/όφασκιώθηκε
εμείςφασκιωθήκαμε
εσείςφασκιωθήκατε
αυτοί/ές/άφασκιώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φασκιωθώ
εσύθα φασκιωθείς
αυτός/ή/όθα φασκιωθεί
εμείςθα φασκιωθούμε
εσείςθα φασκιωθείτε
αυτοί/ές/άθα φασκιωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφασκιωνόμουν
εσύφασκιωνόσουν
αυτός/ή/όφασκιωνόταν
εμείςφασκιωνόμαστε
εσείςφασκιωνόσαστε
αυτοί/ές/άφασκιώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φασκιώνομαι
εσύθα φασκιώνεσαι
αυτός/ή/όθα φασκιώνεται
εμείςθα φασκιωνόμαστε
εσείςθα φασκιώνεστε
αυτοί/ές/άθα φασκιώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φασκιωθεί
εσύέχεις φασκιωθεί
αυτός/ή/όέχει φασκιωθεί
εμείςέχουμε φασκιωθεί
εσείςέχετε φασκιωθεί
αυτοί/ές/άέχουν φασκιωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φασκιωθεί
εσύείχες φασκιωθεί
αυτός/ή/όείχε φασκιωθεί
εμείςείχαμε φασκιωθεί
εσείςείχατε φασκιωθεί
αυτοί/ές/άείχαν φασκιωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φασκιωθεί
εσύθα έχεις φασκιωθεί
αυτός/ή/όθα έχει φασκιωθεί
εμείςθα έχουμε φασκιωθεί
εσείςθα έχετε φασκιωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν φασκιωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφασκιώσου
εσείςφασκιωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςφασκιώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φασκιωθώ
εσύνα φασκιωθείς
αυτός/ή/όνα φασκιωθεί
εμείςνα φασκιωθούμε
εσείςνα φασκιωθείτε
αυτοί/ές/άνα φασκιωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φασκιώνομαι
εσύνα φασκιώνεσαι
αυτός/ή/όνα φασκιώνεται
εμείςνα φασκιωνόμαστε
εσείςνα φασκιώνεστε
αυτοί/ές/άνα φασκιώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φασκιωθεί
εσύνα έχεις φασκιωθεί
αυτός/ή/όνα έχει φασκιωθεί
εμείςνα έχουμε φασκιωθεί
εσείςνα έχετε φασκιωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν φασκιωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φασκιωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φασκιωθώ
εσύθα φασκιωθείς
αυτός/ή/όθα φασκιωθεί
εμείςθα φασκιωθούμε
εσείςθα φασκιωθείτε
αυτοί/ές/άθα φασκιωθούν