BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φαλκιδεύω

сокращать, ограничивать, ослаблять

reduce, limit, weaken

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφαλκιδεύω
εσύφαλκιδεύεις
αυτός/ή/όφαλκιδεύει
εμείςφαλκιδεύουμε
εσείςφαλκιδεύετε
αυτοί/ές/άφαλκιδεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφαλκίδευσα
εσύφαλκίδευσες
αυτός/ή/όφαλκίδευσε
εμείςφαλκιδεύσαμε
εσείςφαλκιδεύσατε
αυτοί/ές/άφαλκίδευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φαλκιδεύσω
εσύθα φαλκιδεύσεις
αυτός/ή/όθα φαλκιδεύσει
εμείςθα φαλκιδεύσουμε
εσείςθα φαλκιδεύσετε
αυτοί/ές/άθα φαλκιδεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφαλκίδευα
εσύφαλκίδευες
αυτός/ή/όφαλκίδευε
εμείςφαλκιδεύαμε
εσείςφαλκιδεύατε
αυτοί/ές/άφαλκίδευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φαλκιδεύω
εσύθα φαλκιδεύεις
αυτός/ή/όθα φαλκιδεύει
εμείςθα φαλκιδεύουμε
εσείςθα φαλκιδεύετε
αυτοί/ές/άθα φαλκιδεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φαλκιδεύσει
εσύέχεις φαλκιδεύσει
αυτός/ή/όέχει φαλκιδεύσει
εμείςέχουμε φαλκιδεύσει
εσείςέχετε φαλκιδεύσει
αυτοί/ές/άέχουν φαλκιδεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φαλκιδεύσει
εσύείχες φαλκιδεύσει
αυτός/ή/όείχε φαλκιδεύσει
εμείςείχαμε φαλκιδεύσει
εσείςείχατε φαλκιδεύσει
αυτοί/ές/άείχαν φαλκιδεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φαλκιδεύσει
εσύθα έχεις φαλκιδεύσει
αυτός/ή/όθα έχει φαλκιδεύσει
εμείςθα έχουμε φαλκιδεύσει
εσείςθα έχετε φαλκιδεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν φαλκιδεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφαλκίδευσε
εσείςφαλκιδεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφαλκίδευε
εσείςφαλκιδεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φαλκιδεύσω
εσύνα φαλκιδεύσεις
αυτός/ή/όνα φαλκιδεύσει
εμείςνα φαλκιδεύσουμε
εσείςνα φαλκιδεύσετε
αυτοί/ές/άνα φαλκιδεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φαλκιδεύω
εσύνα φαλκιδεύεις
αυτός/ή/όνα φαλκιδεύει
εμείςνα φαλκιδεύουμε
εσείςνα φαλκιδεύετε
αυτοί/ές/άνα φαλκιδεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φαλκιδεύσει
εσύνα έχεις φαλκιδεύσει
αυτός/ή/όνα έχει φαλκιδεύσει
εμείςνα έχουμε φαλκιδεύσει
εσείςνα έχετε φαλκιδεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν φαλκιδεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φαλκιδεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φαλκιδεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φαλκίδευα
εσύθα φαλκίδευες
αυτός/ή/όθα φαλκίδευε
εμείςθα φαλκιδεύαμε
εσείςθα φαλκιδεύατε
αυτοί/ές/άθα φαλκίδευαν