BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τσεπώνω

класть в карман, присваивать

pocket

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτσεπώνω
εσύτσεπώνεις
αυτός/ή/ότσεπώνει
εμείςτσεπώνουμε
εσείςτσεπώνετε
αυτοί/ές/άτσεπώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτσέπωσα
εσύτσέπωσες
αυτός/ή/ότσέπωσε
εμείςτσεπώσαμε
εσείςτσεπώσατε
αυτοί/ές/άτσέπωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τσεπώσω
εσύθα τσεπώσεις
αυτός/ή/όθα τσεπώσει
εμείςθα τσεπώσουμε
εσείςθα τσεπώσετε
αυτοί/ές/άθα τσεπώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτσέπωνα
εσύτσέπωνες
αυτός/ή/ότσέπωνε
εμείςτσεπώναμε
εσείςτσεπώνατε
αυτοί/ές/άτσέπωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τσεπώνω
εσύθα τσεπώνεις
αυτός/ή/όθα τσεπώνει
εμείςθα τσεπώνουμε
εσείςθα τσεπώνετε
αυτοί/ές/άθα τσεπώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τσεπώσει
εσύέχεις τσεπώσει
αυτός/ή/όέχει τσεπώσει
εμείςέχουμε τσεπώσει
εσείςέχετε τσεπώσει
αυτοί/ές/άέχουν τσεπώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τσεπώσει
εσύείχες τσεπώσει
αυτός/ή/όείχε τσεπώσει
εμείςείχαμε τσεπώσει
εσείςείχατε τσεπώσει
αυτοί/ές/άείχαν τσεπώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τσεπώσει
εσύθα έχεις τσεπώσει
αυτός/ή/όθα έχει τσεπώσει
εμείςθα έχουμε τσεπώσει
εσείςθα έχετε τσεπώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τσεπώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτσέπωσε
εσείςτσεπώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτσέπωνε
εσείςτσεπώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τσεπώσω
εσύνα τσεπώσεις
αυτός/ή/όνα τσεπώσει
εμείςνα τσεπώσουμε
εσείςνα τσεπώσετε
αυτοί/ές/άνα τσεπώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τσεπώνω
εσύνα τσεπώνεις
αυτός/ή/όνα τσεπώνει
εμείςνα τσεπώνουμε
εσείςνα τσεπώνετε
αυτοί/ές/άνα τσεπώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τσεπώσει
εσύνα έχεις τσεπώσει
αυτός/ή/όνα έχει τσεπώσει
εμείςνα έχουμε τσεπώσει
εσείςνα έχετε τσεπώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τσεπώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τσεπώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τσεπώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τσέπωνα
εσύθα τσέπωνες
αυτός/ή/όθα τσέπωνε
εμείςθα τσεπώναμε
εσείςθα τσεπώνατε
αυτοί/ές/άθα τσέπωναν