BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τερετίζω

чирикать, щебетать, писать

chirp, chatter, tweet

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτερετίζω
εσύτερετίζεις
αυτός/ή/ότερετίζει
εμείςτερετίζουμε
εσείςτερετίζετε
αυτοί/ές/άτερετίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτερέτισα
εσύτερέτισες
αυτός/ή/ότερέτισε
εμείςτερετίσαμε
εσείςτερετίσατε
αυτοί/ές/άτερέτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τερετίσω
εσύθα τερετίσεις
αυτός/ή/όθα τερετίσει
εμείςθα τερετίσουμε
εσείςθα τερετίσετε
αυτοί/ές/άθα τερετίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτερέτιζα
εσύτερέτιζες
αυτός/ή/ότερέτιζε
εμείςτερετίζαμε
εσείςτερετίζατε
αυτοί/ές/άτερέτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τερετίζω
εσύθα τερετίζεις
αυτός/ή/όθα τερετίζει
εμείςθα τερετίζουμε
εσείςθα τερετίζετε
αυτοί/ές/άθα τερετίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τερετίσει
εσύέχεις τερετίσει
αυτός/ή/όέχει τερετίσει
εμείςέχουμε τερετίσει
εσείςέχετε τερετίσει
αυτοί/ές/άέχουν τερετίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τερετίσει
εσύείχες τερετίσει
αυτός/ή/όείχε τερετίσει
εμείςείχαμε τερετίσει
εσείςείχατε τερετίσει
αυτοί/ές/άείχαν τερετίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τερετίσει
εσύθα έχεις τερετίσει
αυτός/ή/όθα έχει τερετίσει
εμείςθα έχουμε τερετίσει
εσείςθα έχετε τερετίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τερετίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτερέτισε
εσείςτερετίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτερέτιζε
εσείςτερετίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τερετίσω
εσύνα τερετίσεις
αυτός/ή/όνα τερετίσει
εμείςνα τερετίσουμε
εσείςνα τερετίσετε
αυτοί/ές/άνα τερετίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τερετίζω
εσύνα τερετίζεις
αυτός/ή/όνα τερετίζει
εμείςνα τερετίζουμε
εσείςνα τερετίζετε
αυτοί/ές/άνα τερετίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τερετίσει
εσύνα έχεις τερετίσει
αυτός/ή/όνα έχει τερετίσει
εμείςνα έχουμε τερετίσει
εσείςνα έχετε τερετίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τερετίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τερετίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τερετίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

τερετισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τερέτιζα
εσύθα τερέτιζες
αυτός/ή/όθα τερέτιζε
εμείςθα τερετίζαμε
εσείςθα τερετίζατε
αυτοί/ές/άθα τερέτιζαν