BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σχολάω, σχολώ

неправильный

распускать, заканчивать работу / школу

dismiss, finish work / school

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσχολάω, σχολώ
εσύσχολάς
αυτός/ή/όσχολάει, σχολά
εμείςσχολάμε, σχολούμε
εσείςσχολάτε
αυτοί/ές/άσχολάνε, σχολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσχόλασα
εσύσχόλασες
αυτός/ή/όσχόλασε
εμείςσχολάσαμε
εσείςσχολάσατε
αυτοί/ές/άσχόλασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σχολάσω
εσύθα σχολάσεις
αυτός/ή/όθα σχολάσει
εμείςθα σχολάσουμε
εσείςθα σχολάσετε
αυτοί/ές/άθα σχολάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσχολούσα
εσύσχολούσες
αυτός/ή/όσχολούσε
εμείςσχολούσαμε
εσείςσχολούσατε
αυτοί/ές/άσχολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σχολάω, σχολώ
εσύθα σχολάς
αυτός/ή/όθα σχολάει, σχολά
εμείςθα σχολάμε, σχολούμε
εσείςθα σχολάτε
αυτοί/ές/άθα σχολάνε, σχολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σχολάσει
εσύέχεις σχολάσει
αυτός/ή/όέχει σχολάσει
εμείςέχουμε σχολάσει
εσείςέχετε σχολάσει
αυτοί/ές/άέχουν σχολάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σχολάσει
εσύείχες σχολάσει
αυτός/ή/όείχε σχολάσει
εμείςείχαμε σχολάσει
εσείςείχατε σχολάσει
αυτοί/ές/άείχαν σχολάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σχολάσει
εσύθα έχεις σχολάσει
αυτός/ή/όθα έχει σχολάσει
εμείςθα έχουμε σχολάσει
εσείςθα έχετε σχολάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν σχολάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσχόλασε
εσείςσχολάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσχόλα
εσείςσχολάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σχολάσω
εσύνα σχολάσεις
αυτός/ή/όνα σχολάσει
εμείςνα σχολάσουμε
εσείςνα σχολάσετε
αυτοί/ές/άνα σχολάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σχολάω, σχολώ
εσύνα σχολάς
αυτός/ή/όνα σχολάει, σχολά
εμείςνα σχολάμε, σχολούμε
εσείςνα σχολάτε
αυτοί/ές/άνα σχολάνε, σχολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σχολάσει
εσύνα έχεις σχολάσει
αυτός/ή/όνα έχει σχολάσει
εμείςνα έχουμε σχολάσει
εσείςνα έχετε σχολάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν σχολάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σχολάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σχολώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

σχολασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σχολούσα
εσύθα σχολούσες
αυτός/ή/όθα σχολούσε
εμείςθα σχολούσαμε
εσείςθα σχολούσατε
αυτοί/ές/άθα σχολούσαν