BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συννεφιάζω

затягиваться облаками, становиться облачным

overcast, become cloudy

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυννεφιάζω
εσύσυννεφιάζεις
αυτός/ή/όσυννεφιάζει
εμείςσυννεφιάζουμε
εσείςσυννεφιάζετε
αυτοί/ές/άσυννεφιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυννέφιασα
εσύσυννέφιασες
αυτός/ή/όσυννέφιασε
εμείςσυννεφιάσαμε
εσείςσυννεφιάσατε
αυτοί/ές/άσυννέφιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συννεφιάσω
εσύθα συννεφιάσεις
αυτός/ή/όθα συννεφιάσει
εμείςθα συννεφιάσουμε
εσείςθα συννεφιάσετε
αυτοί/ές/άθα συννεφιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυννέφιαζα
εσύσυννέφιαζες
αυτός/ή/όσυννέφιαζε
εμείςσυννεφιάζαμε
εσείςσυννεφιάζατε
αυτοί/ές/άσυννέφιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συννεφιάζω
εσύθα συννεφιάζεις
αυτός/ή/όθα συννεφιάζει
εμείςθα συννεφιάζουμε
εσείςθα συννεφιάζετε
αυτοί/ές/άθα συννεφιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συννεφιάσει
εσύέχεις συννεφιάσει
αυτός/ή/όέχει συννεφιάσει
εμείςέχουμε συννεφιάσει
εσείςέχετε συννεφιάσει
αυτοί/ές/άέχουν συννεφιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συννεφιάσει
εσύείχες συννεφιάσει
αυτός/ή/όείχε συννεφιάσει
εμείςείχαμε συννεφιάσει
εσείςείχατε συννεφιάσει
αυτοί/ές/άείχαν συννεφιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συννεφιάσει
εσύθα έχεις συννεφιάσει
αυτός/ή/όθα έχει συννεφιάσει
εμείςθα έχουμε συννεφιάσει
εσείςθα έχετε συννεφιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συννεφιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυννέφιασε
εσείςσυννεφιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυννέφιαζε
εσείςσυννεφιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συννεφιάσω
εσύνα συννεφιάσεις
αυτός/ή/όνα συννεφιάσει
εμείςνα συννεφιάσουμε
εσείςνα συννεφιάσετε
αυτοί/ές/άνα συννεφιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συννεφιάζω
εσύνα συννεφιάζεις
αυτός/ή/όνα συννεφιάζει
εμείςνα συννεφιάζουμε
εσείςνα συννεφιάζετε
αυτοί/ές/άνα συννεφιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συννεφιάσει
εσύνα έχεις συννεφιάσει
αυτός/ή/όνα έχει συννεφιάσει
εμείςνα έχουμε συννεφιάσει
εσείςνα έχετε συννεφιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συννεφιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συννεφιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συννεφιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

συννεφιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συννέφιαζα
εσύθα συννέφιαζες
αυτός/ή/όθα συννέφιαζε
εμείςθα συννεφιάζαμε
εσείςθα συννεφιάζατε
αυτοί/ές/άθα συννέφιαζαν