BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συνθηκολογώ

капитулировать

capitulate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυνθηκολογώ
εσύσυνθηκολογείς
αυτός/ή/όσυνθηκολογεί
εμείςσυνθηκολογούμε
εσείςσυνθηκολογείτε
αυτοί/ές/άσυνθηκολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυνθηκολόγησα
εσύσυνθηκολόγησες
αυτός/ή/όσυνθηκολόγησε
εμείςσυνθηκολογήσαμε
εσείςσυνθηκολογήσατε
αυτοί/ές/άσυνθηκολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συνθηκολογήσω
εσύθα συνθηκολογήσεις
αυτός/ή/όθα συνθηκολογήσει
εμείςθα συνθηκολογήσουμε
εσείςθα συνθηκολογήσετε
αυτοί/ές/άθα συνθηκολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυνθηκολογούσα
εσύσυνθηκολογούσες
αυτός/ή/όσυνθηκολογούσε
εμείςσυνθηκολογούσαμε
εσείςσυνθηκολογούσατε
αυτοί/ές/άσυνθηκολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συνθηκολογώ
εσύθα συνθηκολογείς
αυτός/ή/όθα συνθηκολογεί
εμείςθα συνθηκολογούμε
εσείςθα συνθηκολογείτε
αυτοί/ές/άθα συνθηκολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συνθηκολογήσει
εσύέχεις συνθηκολογήσει
αυτός/ή/όέχει συνθηκολογήσει
εμείςέχουμε συνθηκολογήσει
εσείςέχετε συνθηκολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν συνθηκολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συνθηκολογήσει
εσύείχες συνθηκολογήσει
αυτός/ή/όείχε συνθηκολογήσει
εμείςείχαμε συνθηκολογήσει
εσείςείχατε συνθηκολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν συνθηκολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συνθηκολογήσει
εσύθα έχεις συνθηκολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει συνθηκολογήσει
εμείςθα έχουμε συνθηκολογήσει
εσείςθα έχετε συνθηκολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συνθηκολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυνθηκολόγησε
εσείςσυνθηκολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσυνθηκολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συνθηκολογήσω
εσύνα συνθηκολογήσεις
αυτός/ή/όνα συνθηκολογήσει
εμείςνα συνθηκολογήσουμε
εσείςνα συνθηκολογήσετε
αυτοί/ές/άνα συνθηκολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συνθηκολογώ
εσύνα συνθηκολογείς
αυτός/ή/όνα συνθηκολογεί
εμείςνα συνθηκολογούμε
εσείςνα συνθηκολογείτε
αυτοί/ές/άνα συνθηκολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συνθηκολογήσει
εσύνα έχεις συνθηκολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει συνθηκολογήσει
εμείςνα έχουμε συνθηκολογήσει
εσείςνα έχετε συνθηκολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συνθηκολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συνθηκολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συνθηκολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συνθηκολογούσα
εσύθα συνθηκολογούσες
αυτός/ή/όθα συνθηκολογούσε
εμείςθα συνθηκολογούσαμε
εσείςθα συνθηκολογούσατε
αυτοί/ές/άθα συνθηκολογούσαν