BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συμπονάω, συμπονώ

сочувствовать

feel for

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυμπονάω, συμπονώ
εσύσυμπονάς
αυτός/ή/όσυμπονάει, συμπονά
εμείςσυμπονάμε, συμπονούμε
εσείςσυμπονάτε
αυτοί/ές/άσυμπονάνε, συμπονούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυμπόνεσα
εσύσυμπόνεσες
αυτός/ή/όσυμπόνεσε
εμείςσυμπονέσαμε
εσείςσυμπονέσατε
αυτοί/ές/άσυμπόνεσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συμπονέσω
εσύθα συμπονέσεις
αυτός/ή/όθα συμπονέσει
εμείςθα συμπονέσουμε
εσείςθα συμπονέσετε
αυτοί/ές/άθα συμπονέσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυμπονούσα
εσύσυμπονούσες
αυτός/ή/όσυμπονούσε
εμείςσυμπονούσαμε
εσείςσυμπονούσατε
αυτοί/ές/άσυμπονούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συμπονάω, συμπονώ
εσύθα συμπονάς
αυτός/ή/όθα συμπονάει, συμπονά
εμείςθα συμπονάμε, συμπονούμε
εσείςθα συμπονάτε
αυτοί/ές/άθα συμπονάνε, συμπονούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συμπονέσει
εσύέχεις συμπονέσει
αυτός/ή/όέχει συμπονέσει
εμείςέχουμε συμπονέσει
εσείςέχετε συμπονέσει
αυτοί/ές/άέχουν συμπονέσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συμπονέσει
εσύείχες συμπονέσει
αυτός/ή/όείχε συμπονέσει
εμείςείχαμε συμπονέσει
εσείςείχατε συμπονέσει
αυτοί/ές/άείχαν συμπονέσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συμπονέσει
εσύθα έχεις συμπονέσει
αυτός/ή/όθα έχει συμπονέσει
εμείςθα έχουμε συμπονέσει
εσείςθα έχετε συμπονέσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συμπονέσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυμπόνεσε
εσείςσυμπονέστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυμπόνα
εσείςσυμπονάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συμπονέσω
εσύνα συμπονέσεις
αυτός/ή/όνα συμπονέσει
εμείςνα συμπονέσουμε
εσείςνα συμπονέσετε
αυτοί/ές/άνα συμπονέσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συμπονάω, συμπονώ
εσύνα συμπονάς
αυτός/ή/όνα συμπονάει, συμπονά
εμείςνα συμπονάμε, συμπονούμε
εσείςνα συμπονάτε
αυτοί/ές/άνα συμπονάνε, συμπονούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συμπονέσει
εσύνα έχεις συμπονέσει
αυτός/ή/όνα έχει συμπονέσει
εμείςνα έχουμε συμπονέσει
εσείςνα έχετε συμπονέσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συμπονέσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συμπονέσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συμπονώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συμπονούσα
εσύθα συμπονούσες
αυτός/ή/όθα συμπονούσε
εμείςθα συμπονούσαμε
εσείςθα συμπονούσατε
αυτοί/ές/άθα συμπονούσαν