BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συλλαβίζω

неправильный

произносить по слогам, писать по буквам

spell

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυλλαβίζω
εσύσυλλαβίζεις
αυτός/ή/όσυλλαβίζει
εμείςσυλλαβίζουμε
εσείςσυλλαβίζετε
αυτοί/ές/άσυλλαβίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυλλάβισα
εσύσυλλάβισες
αυτός/ή/όσυλλάβισε
εμείςσυλλαβίσαμε
εσείςσυλλαβίσατε
αυτοί/ές/άσυλλάβισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συλλαβίσω
εσύθα συλλαβίσεις
αυτός/ή/όθα συλλαβίσει
εμείςθα συλλαβίσουμε
εσείςθα συλλαβίσετε
αυτοί/ές/άθα συλλαβίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυλλάβιζα
εσύσυλλάβιζες
αυτός/ή/όσυλλάβιζε
εμείςσυλλαβίζαμε
εσείςσυλλαβίζατε
αυτοί/ές/άσυλλάβιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συλλαβίζω
εσύθα συλλαβίζεις
αυτός/ή/όθα συλλαβίζει
εμείςθα συλλαβίζουμε
εσείςθα συλλαβίζετε
αυτοί/ές/άθα συλλαβίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συλλαβίσει
εσύέχεις συλλαβίσει
αυτός/ή/όέχει συλλαβίσει
εμείςέχουμε συλλαβίσει
εσείςέχετε συλλαβίσει
αυτοί/ές/άέχουν συλλαβίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συλλαβίσει
εσύείχες συλλαβίσει
αυτός/ή/όείχε συλλαβίσει
εμείςείχαμε συλλαβίσει
εσείςείχατε συλλαβίσει
αυτοί/ές/άείχαν συλλαβίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συλλαβίσει
εσύθα έχεις συλλαβίσει
αυτός/ή/όθα έχει συλλαβίσει
εμείςθα έχουμε συλλαβίσει
εσείςθα έχετε συλλαβίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συλλαβίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυλλάβισε
εσείςσυλλαβίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυλλάβιζε
εσείςσυλλαβίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συλλαβίσω
εσύνα συλλαβίσεις
αυτός/ή/όνα συλλαβίσει
εμείςνα συλλαβίσουμε
εσείςνα συλλαβίσετε
αυτοί/ές/άνα συλλαβίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συλλαβίζω
εσύνα συλλαβίζεις
αυτός/ή/όνα συλλαβίζει
εμείςνα συλλαβίζουμε
εσείςνα συλλαβίζετε
αυτοί/ές/άνα συλλαβίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συλλαβίσει
εσύνα έχεις συλλαβίσει
αυτός/ή/όνα έχει συλλαβίσει
εμείςνα έχουμε συλλαβίσει
εσείςνα έχετε συλλαβίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συλλαβίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συλλαβίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συλλαβίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συλλάβιζα
εσύθα συλλάβιζες
αυτός/ή/όθα συλλάβιζε
εμείςθα συλλαβίζαμε
εσείςθα συλλαβίζατε
αυτοί/ές/άθα συλλάβιζαν