BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συγχρονίζομαι

синхронизироваться

synchronize oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυγχρονίζομαι
εσύσυγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όσυγχρονίζεται
εμείςσυγχρονιζόμαστε
εσείςσυγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άσυγχρονίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυγχρονίστηκα
εσύσυγχρονίστηκες
αυτός/ή/όσυγχρονίστηκε
εμείςσυγχρονιστήκαμε
εσείςσυγχρονιστήκατε
αυτοί/ές/άσυγχρονίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συγχρονιστώ
εσύθα συγχρονιστείς
αυτός/ή/όθα συγχρονιστεί
εμείςθα συγχρονιστούμε
εσείςθα συγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άθα συγχρονιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυγχρονιζόμουν
εσύσυγχρονιζόσουν
αυτός/ή/όσυγχρονιζόταν
εμείςσυγχρονιζόμαστε
εσείςσυγχρονιζόσαστε
αυτοί/ές/άσυγχρονίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συγχρονίζομαι
εσύθα συγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όθα συγχρονίζεται
εμείςθα συγχρονιζόμαστε
εσείςθα συγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άθα συγχρονίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συγχρονιστεί
εσύέχεις συγχρονιστεί
αυτός/ή/όέχει συγχρονιστεί
εμείςέχουμε συγχρονιστεί
εσείςέχετε συγχρονιστεί
αυτοί/ές/άέχουν συγχρονιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συγχρονιστεί
εσύείχες συγχρονιστεί
αυτός/ή/όείχε συγχρονιστεί
εμείςείχαμε συγχρονιστεί
εσείςείχατε συγχρονιστεί
αυτοί/ές/άείχαν συγχρονιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συγχρονιστεί
εσύθα έχεις συγχρονιστεί
αυτός/ή/όθα έχει συγχρονιστεί
εμείςθα έχουμε συγχρονιστεί
εσείςθα έχετε συγχρονιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν συγχρονιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυγχρονίσου
εσείςσυγχρονιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσυγχρονίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συγχρονιστώ
εσύνα συγχρονιστείς
αυτός/ή/όνα συγχρονιστεί
εμείςνα συγχρονιστούμε
εσείςνα συγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άνα συγχρονιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συγχρονίζομαι
εσύνα συγχρονίζεσαι
αυτός/ή/όνα συγχρονίζεται
εμείςνα συγχρονιζόμαστε
εσείςνα συγχρονίζεστε
αυτοί/ές/άνα συγχρονίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συγχρονιστεί
εσύνα έχεις συγχρονιστεί
αυτός/ή/όνα έχει συγχρονιστεί
εμείςνα έχουμε συγχρονιστεί
εσείςνα έχετε συγχρονιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν συγχρονιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συγχρονιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συγχρονιστώ
εσύθα συγχρονιστείς
αυτός/ή/όθα συγχρονιστεί
εμείςθα συγχρονιστούμε
εσείςθα συγχρονιστείτε
αυτοί/ές/άθα συγχρονιστούν