BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

στοχάζομαι

размышлять, строить догадки

meditate, speculate

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστοχάζομαι
εσύστοχάζεσαι
αυτός/ή/όστοχάζεται
εμείςστοχαζόμαστε
εσείςστοχάζεστε
αυτοί/ές/άστοχάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστοχάστηκα
εσύστοχάστηκες
αυτός/ή/όστοχάστηκε
εμείςστοχαστήκαμε
εσείςστοχαστήκατε
αυτοί/ές/άστοχάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στοχαστώ
εσύθα στοχαστείς
αυτός/ή/όθα στοχαστεί
εμείςθα στοχαστούμε
εσείςθα στοχαστείτε
αυτοί/ές/άθα στοχαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστοχαζόμουν
εσύστοχαζόσουν
αυτός/ή/όστοχαζόταν
εμείςστοχαζόμαστε
εσείςστοχαζόσαστε
αυτοί/ές/άστοχάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στοχάζομαι
εσύθα στοχάζεσαι
αυτός/ή/όθα στοχάζεται
εμείςθα στοχαζόμαστε
εσείςθα στοχάζεστε
αυτοί/ές/άθα στοχάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στοχαστεί
εσύέχεις στοχαστεί
αυτός/ή/όέχει στοχαστεί
εμείςέχουμε στοχαστεί
εσείςέχετε στοχαστεί
αυτοί/ές/άέχουν στοχαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στοχαστεί
εσύείχες στοχαστεί
αυτός/ή/όείχε στοχαστεί
εμείςείχαμε στοχαστεί
εσείςείχατε στοχαστεί
αυτοί/ές/άείχαν στοχαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στοχαστεί
εσύθα έχεις στοχαστεί
αυτός/ή/όθα έχει στοχαστεί
εμείςθα έχουμε στοχαστεί
εσείςθα έχετε στοχαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν στοχαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστοχάσου
εσείςστοχαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςστοχάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στοχαστώ
εσύνα στοχαστείς
αυτός/ή/όνα στοχαστεί
εμείςνα στοχαστούμε
εσείςνα στοχαστείτε
αυτοί/ές/άνα στοχαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στοχάζομαι
εσύνα στοχάζεσαι
αυτός/ή/όνα στοχάζεται
εμείςνα στοχαζόμαστε
εσείςνα στοχάζεστε
αυτοί/ές/άνα στοχάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στοχαστεί
εσύνα έχεις στοχαστεί
αυτός/ή/όνα έχει στοχαστεί
εμείςνα έχουμε στοχαστεί
εσείςνα έχετε στοχαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν στοχαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στοχαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στοχαστώ
εσύθα στοχαστείς
αυτός/ή/όθα στοχαστεί
εμείςθα στοχαστούμε
εσείςθα στοχαστείτε
αυτοί/ές/άθα στοχαστούν