BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στουμπώνω

набивать, втискивать

cram, wedge

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστουμπώνω
εσύστουμπώνεις
αυτός/ή/όστουμπώνει
εμείςστουμπώνουμε
εσείςστουμπώνετε
αυτοί/ές/άστουμπώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστούμπωσα
εσύστούμπωσες
αυτός/ή/όστούμπωσε
εμείςστουμπώσαμε
εσείςστουμπώσατε
αυτοί/ές/άστούμπωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στουμπώσω
εσύθα στουμπώσεις
αυτός/ή/όθα στουμπώσει
εμείςθα στουμπώσουμε
εσείςθα στουμπώσετε
αυτοί/ές/άθα στουμπώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστούμπωνα
εσύστούμπωνες
αυτός/ή/όστούμπωνε
εμείςστουμπώναμε
εσείςστουμπώνατε
αυτοί/ές/άστούμπωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στουμπώνω
εσύθα στουμπώνεις
αυτός/ή/όθα στουμπώνει
εμείςθα στουμπώνουμε
εσείςθα στουμπώνετε
αυτοί/ές/άθα στουμπώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στουμπώσει
εσύέχεις στουμπώσει
αυτός/ή/όέχει στουμπώσει
εμείςέχουμε στουμπώσει
εσείςέχετε στουμπώσει
αυτοί/ές/άέχουν στουμπώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στουμπώσει
εσύείχες στουμπώσει
αυτός/ή/όείχε στουμπώσει
εμείςείχαμε στουμπώσει
εσείςείχατε στουμπώσει
αυτοί/ές/άείχαν στουμπώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στουμπώσει
εσύθα έχεις στουμπώσει
αυτός/ή/όθα έχει στουμπώσει
εμείςθα έχουμε στουμπώσει
εσείςθα έχετε στουμπώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν στουμπώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστούμπωσε
εσείςστουμπώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύστούμπωνε
εσείςστουμπώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στουμπώσω
εσύνα στουμπώσεις
αυτός/ή/όνα στουμπώσει
εμείςνα στουμπώσουμε
εσείςνα στουμπώσετε
αυτοί/ές/άνα στουμπώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στουμπώνω
εσύνα στουμπώνεις
αυτός/ή/όνα στουμπώνει
εμείςνα στουμπώνουμε
εσείςνα στουμπώνετε
αυτοί/ές/άνα στουμπώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στουμπώσει
εσύνα έχεις στουμπώσει
αυτός/ή/όνα έχει στουμπώσει
εμείςνα έχουμε στουμπώσει
εσείςνα έχετε στουμπώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν στουμπώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στουμπώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στουμπώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στούμπωνα
εσύθα στούμπωνες
αυτός/ή/όθα στούμπωνε
εμείςθα στουμπώναμε
εσείςθα στουμπώνατε
αυτοί/ές/άθα στούμπωναν