BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στιγματίζω

стигматизировать, клеймить

stigmatize, brand

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστιγματίζω
εσύστιγματίζεις
αυτός/ή/όστιγματίζει
εμείςστιγματίζουμε
εσείςστιγματίζετε
αυτοί/ές/άστιγματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστιγμάτισα
εσύστιγμάτισες
αυτός/ή/όστιγμάτισε
εμείςστιγματίσαμε
εσείςστιγματίσατε
αυτοί/ές/άστιγμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στιγματίσω
εσύθα στιγματίσεις
αυτός/ή/όθα στιγματίσει
εμείςθα στιγματίσουμε
εσείςθα στιγματίσετε
αυτοί/ές/άθα στιγματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστιγμάτιζα
εσύστιγμάτιζες
αυτός/ή/όστιγμάτιζε
εμείςστιγματίζαμε
εσείςστιγματίζατε
αυτοί/ές/άστιγμάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στιγματίζω
εσύθα στιγματίζεις
αυτός/ή/όθα στιγματίζει
εμείςθα στιγματίζουμε
εσείςθα στιγματίζετε
αυτοί/ές/άθα στιγματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στιγματίσει
εσύέχεις στιγματίσει
αυτός/ή/όέχει στιγματίσει
εμείςέχουμε στιγματίσει
εσείςέχετε στιγματίσει
αυτοί/ές/άέχουν στιγματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στιγματίσει
εσύείχες στιγματίσει
αυτός/ή/όείχε στιγματίσει
εμείςείχαμε στιγματίσει
εσείςείχατε στιγματίσει
αυτοί/ές/άείχαν στιγματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στιγματίσει
εσύθα έχεις στιγματίσει
αυτός/ή/όθα έχει στιγματίσει
εμείςθα έχουμε στιγματίσει
εσείςθα έχετε στιγματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν στιγματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστιγμάτισε
εσείςστιγματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύστιγμάτιζε
εσείςστιγματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στιγματίσω
εσύνα στιγματίσεις
αυτός/ή/όνα στιγματίσει
εμείςνα στιγματίσουμε
εσείςνα στιγματίσετε
αυτοί/ές/άνα στιγματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στιγματίζω
εσύνα στιγματίζεις
αυτός/ή/όνα στιγματίζει
εμείςνα στιγματίζουμε
εσείςνα στιγματίζετε
αυτοί/ές/άνα στιγματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στιγματίσει
εσύνα έχεις στιγματίσει
αυτός/ή/όνα έχει στιγματίσει
εμείςνα έχουμε στιγματίσει
εσείςνα έχετε στιγματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν στιγματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στιγματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στιγματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στιγμάτιζα
εσύθα στιγμάτιζες
αυτός/ή/όθα στιγμάτιζε
εμείςθα στιγματίζαμε
εσείςθα στιγματίζατε
αυτοί/ές/άθα στιγμάτιζαν