BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στερώ

лишать

deprive

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστερώ
εσύστερείς
αυτός/ή/όστερεί
εμείςστερούμε
εσείςστερείτε
αυτοί/ές/άστερούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστέρησα
εσύστέρησες
αυτός/ή/όστέρησε
εμείςστερήσαμε
εσείςστερήσατε
αυτοί/ές/άστέρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στερήσω
εσύθα στερήσεις
αυτός/ή/όθα στερήσει
εμείςθα στερήσουμε
εσείςθα στερήσετε
αυτοί/ές/άθα στερήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστερούσα
εσύστερούσες
αυτός/ή/όστερούσε
εμείςστερούσαμε
εσείςστερούσατε
αυτοί/ές/άστερούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στερώ
εσύθα στερείς
αυτός/ή/όθα στερεί
εμείςθα στερούμε
εσείςθα στερείτε
αυτοί/ές/άθα στερούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στερήσει
εσύέχεις στερήσει
αυτός/ή/όέχει στερήσει
εμείςέχουμε στερήσει
εσείςέχετε στερήσει
αυτοί/ές/άέχουν στερήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στερήσει
εσύείχες στερήσει
αυτός/ή/όείχε στερήσει
εμείςείχαμε στερήσει
εσείςείχατε στερήσει
αυτοί/ές/άείχαν στερήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στερήσει
εσύθα έχεις στερήσει
αυτός/ή/όθα έχει στερήσει
εμείςθα έχουμε στερήσει
εσείςθα έχετε στερήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν στερήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστέρησε
εσείςστερήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςστερείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στερήσω
εσύνα στερήσεις
αυτός/ή/όνα στερήσει
εμείςνα στερήσουμε
εσείςνα στερήσετε
αυτοί/ές/άνα στερήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στερώ
εσύνα στερείς
αυτός/ή/όνα στερεί
εμείςνα στερούμε
εσείςνα στερείτε
αυτοί/ές/άνα στερούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στερήσει
εσύνα έχεις στερήσει
αυτός/ή/όνα έχει στερήσει
εμείςνα έχουμε στερήσει
εσείςνα έχετε στερήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν στερήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στερήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στερώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στερούσα
εσύθα στερούσες
αυτός/ή/όθα στερούσε
εμείςθα στερούσαμε
εσείςθα στερούσατε
αυτοί/ές/άθα στερούσαν