BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στεναχωράω, στεναχωρώ

неправильный

огорчать, расстраивать, тревожить

grieve, distress, upset

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστεναχωράω, στεναχωρώ
εσύστεναχωράς
αυτός/ή/όστεναχωράει, στεναχωρά
εμείςστεναχωράμε, στεναχωρούμε
εσείςστεναχωράτε
αυτοί/ές/άστεναχωράνε, στεναχωρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστεναχώρησα
εσύστεναχώρησες
αυτός/ή/όστεναχώρησε
εμείςστεναχωρήσαμε
εσείςστεναχωρήσατε
αυτοί/ές/άστεναχώρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στεναχωρήσω
εσύθα στεναχωρήσεις
αυτός/ή/όθα στεναχωρήσει
εμείςθα στεναχωρήσουμε
εσείςθα στεναχωρήσετε
αυτοί/ές/άθα στεναχωρήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστεναχωρούσα
εσύστεναχωρούσες
αυτός/ή/όστεναχωρούσε
εμείςστεναχωρούσαμε
εσείςστεναχωρούσατε
αυτοί/ές/άστεναχωρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στεναχωράω, στεναχωρώ
εσύθα στεναχωράς
αυτός/ή/όθα στεναχωράει, στεναχωρά
εμείςθα στεναχωράμε, στεναχωρούμε
εσείςθα στεναχωράτε
αυτοί/ές/άθα στεναχωράνε, στεναχωρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στεναχωρήσει
εσύέχεις στεναχωρήσει
αυτός/ή/όέχει στεναχωρήσει
εμείςέχουμε στεναχωρήσει
εσείςέχετε στεναχωρήσει
αυτοί/ές/άέχουν στεναχωρήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στεναχωρήσει
εσύείχες στεναχωρήσει
αυτός/ή/όείχε στεναχωρήσει
εμείςείχαμε στεναχωρήσει
εσείςείχατε στεναχωρήσει
αυτοί/ές/άείχαν στεναχωρήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στεναχωρήσει
εσύθα έχεις στεναχωρήσει
αυτός/ή/όθα έχει στεναχωρήσει
εμείςθα έχουμε στεναχωρήσει
εσείςθα έχετε στεναχωρήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν στεναχωρήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστεναχώρησε
εσείςστεναχωρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύστεναχώρα
εσείςστεναχωράτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στεναχωρήσω
εσύνα στεναχωρήσεις
αυτός/ή/όνα στεναχωρήσει
εμείςνα στεναχωρήσουμε
εσείςνα στεναχωρήσετε
αυτοί/ές/άνα στεναχωρήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στεναχωράω, στεναχωρώ
εσύνα στεναχωράς
αυτός/ή/όνα στεναχωράει, στεναχωρά
εμείςνα στεναχωράμε, στεναχωρούμε
εσείςνα στεναχωράτε
αυτοί/ές/άνα στεναχωράνε, στεναχωρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στεναχωρήσει
εσύνα έχεις στεναχωρήσει
αυτός/ή/όνα έχει στεναχωρήσει
εμείςνα έχουμε στεναχωρήσει
εσείςνα έχετε στεναχωρήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν στεναχωρήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στεναχωρήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στεναχωρώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στεναχωρούσα
εσύθα στεναχωρούσες
αυτός/ή/όθα στεναχωρούσε
εμείςθα στεναχωρούσαμε
εσείςθα στεναχωρούσατε
αυτοί/ές/άθα στεναχωρούσαν