BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σκεπάζομαι

укрываться

cover oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσκεπάζομαι
εσύσκεπάζεσαι
αυτός/ή/όσκεπάζεται
εμείςσκεπαζόμαστε
εσείςσκεπάζεστε
αυτοί/ές/άσκεπάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσκεπάστηκα
εσύσκεπάστηκες
αυτός/ή/όσκεπάστηκε
εμείςσκεπαστήκαμε
εσείςσκεπαστήκατε
αυτοί/ές/άσκεπάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σκεπαστώ
εσύθα σκεπαστείς
αυτός/ή/όθα σκεπαστεί
εμείςθα σκεπαστούμε
εσείςθα σκεπαστείτε
αυτοί/ές/άθα σκεπαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσκεπαζόμουν
εσύσκεπαζόσουν
αυτός/ή/όσκεπαζόταν
εμείςσκεπαζόμαστε
εσείςσκεπαζόσαστε
αυτοί/ές/άσκεπάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σκεπάζομαι
εσύθα σκεπάζεσαι
αυτός/ή/όθα σκεπάζεται
εμείςθα σκεπαζόμαστε
εσείςθα σκεπάζεστε
αυτοί/ές/άθα σκεπάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σκεπαστεί
εσύέχεις σκεπαστεί
αυτός/ή/όέχει σκεπαστεί
εμείςέχουμε σκεπαστεί
εσείςέχετε σκεπαστεί
αυτοί/ές/άέχουν σκεπαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σκεπαστεί
εσύείχες σκεπαστεί
αυτός/ή/όείχε σκεπαστεί
εμείςείχαμε σκεπαστεί
εσείςείχατε σκεπαστεί
αυτοί/ές/άείχαν σκεπαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σκεπαστεί
εσύθα έχεις σκεπαστεί
αυτός/ή/όθα έχει σκεπαστεί
εμείςθα έχουμε σκεπαστεί
εσείςθα έχετε σκεπαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σκεπαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσκεπάσου
εσείςσκεπαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσκεπάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σκεπαστώ
εσύνα σκεπαστείς
αυτός/ή/όνα σκεπαστεί
εμείςνα σκεπαστούμε
εσείςνα σκεπαστείτε
αυτοί/ές/άνα σκεπαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σκεπάζομαι
εσύνα σκεπάζεσαι
αυτός/ή/όνα σκεπάζεται
εμείςνα σκεπαζόμαστε
εσείςνα σκεπάζεστε
αυτοί/ές/άνα σκεπάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σκεπαστεί
εσύνα έχεις σκεπαστεί
αυτός/ή/όνα έχει σκεπαστεί
εμείςνα έχουμε σκεπαστεί
εσείςνα έχετε σκεπαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σκεπαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σκεπαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σκεπαστώ
εσύθα σκεπαστείς
αυτός/ή/όθα σκεπαστεί
εμείςθα σκεπαστούμε
εσείςθα σκεπαστείτε
αυτοί/ές/άθα σκεπαστούν