BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σημαδεύομαι

быть целью

someone is targeting me

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσημαδεύομαι
εσύσημαδεύεσαι
αυτός/ή/όσημαδεύεται
εμείςσημαδευόμαστε
εσείςσημαδεύεστε
αυτοί/ές/άσημαδεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσημαδεύτηκα
εσύσημαδεύτηκες
αυτός/ή/όσημαδεύτηκε
εμείςσημαδευτήκαμε
εσείςσημαδευτήκατε
αυτοί/ές/άσημαδεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σημαδευτώ
εσύθα σημαδευτείς
αυτός/ή/όθα σημαδευτεί
εμείςθα σημαδευτούμε
εσείςθα σημαδευτείτε
αυτοί/ές/άθα σημαδευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσημαδευόμουν
εσύσημαδευόσουν
αυτός/ή/όσημαδευόταν
εμείςσημαδευόμαστε
εσείςσημαδευόσαστε
αυτοί/ές/άσημαδεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σημαδεύομαι
εσύθα σημαδεύεσαι
αυτός/ή/όθα σημαδεύεται
εμείςθα σημαδευόμαστε
εσείςθα σημαδεύεστε
αυτοί/ές/άθα σημαδεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σημαδευτεί
εσύέχεις σημαδευτεί
αυτός/ή/όέχει σημαδευτεί
εμείςέχουμε σημαδευτεί
εσείςέχετε σημαδευτεί
αυτοί/ές/άέχουν σημαδευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σημαδευτεί
εσύείχες σημαδευτεί
αυτός/ή/όείχε σημαδευτεί
εμείςείχαμε σημαδευτεί
εσείςείχατε σημαδευτεί
αυτοί/ές/άείχαν σημαδευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σημαδευτεί
εσύθα έχεις σημαδευτεί
αυτός/ή/όθα έχει σημαδευτεί
εμείςθα έχουμε σημαδευτεί
εσείςθα έχετε σημαδευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σημαδευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσημαδέψου
εσείςσημαδευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσημαδεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σημαδευτώ
εσύνα σημαδευτείς
αυτός/ή/όνα σημαδευτεί
εμείςνα σημαδευτούμε
εσείςνα σημαδευτείτε
αυτοί/ές/άνα σημαδευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σημαδεύομαι
εσύνα σημαδεύεσαι
αυτός/ή/όνα σημαδεύεται
εμείςνα σημαδευόμαστε
εσείςνα σημαδεύεστε
αυτοί/ές/άνα σημαδεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σημαδευτεί
εσύνα έχεις σημαδευτεί
αυτός/ή/όνα έχει σημαδευτεί
εμείςνα έχουμε σημαδευτεί
εσείςνα έχετε σημαδευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σημαδευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σημαδευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σημαδευτώ
εσύθα σημαδευτείς
αυτός/ή/όθα σημαδευτεί
εμείςθα σημαδευτούμε
εσείςθα σημαδευτείτε
αυτοί/ές/άθα σημαδευτούν