BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σεληνιάζομαι

страдать эпилепсией

I suffer epilepsy judgment

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσεληνιάζομαι
εσύσεληνιάζεσαι
αυτός/ή/όσεληνιάζεται
εμείςσεληνιαζόμαστε
εσείςσεληνιάζεστε
αυτοί/ές/άσεληνιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσεληνιάστηκα
εσύσεληνιάστηκες
αυτός/ή/όσεληνιάστηκε
εμείςσεληνιαστήκαμε
εσείςσεληνιαστήκατε
αυτοί/ές/άσεληνιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σεληνιαστώ
εσύθα σεληνιαστείς
αυτός/ή/όθα σεληνιαστεί
εμείςθα σεληνιαστούμε
εσείςθα σεληνιαστείτε
αυτοί/ές/άθα σεληνιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσεληνιαζόμουν
εσύσεληνιαζόσουν
αυτός/ή/όσεληνιαζόταν
εμείςσεληνιαζόμαστε
εσείςσεληνιαζόσαστε
αυτοί/ές/άσεληνιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σεληνιάζομαι
εσύθα σεληνιάζεσαι
αυτός/ή/όθα σεληνιάζεται
εμείςθα σεληνιαζόμαστε
εσείςθα σεληνιάζεστε
αυτοί/ές/άθα σεληνιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σεληνιαστεί
εσύέχεις σεληνιαστεί
αυτός/ή/όέχει σεληνιαστεί
εμείςέχουμε σεληνιαστεί
εσείςέχετε σεληνιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν σεληνιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σεληνιαστεί
εσύείχες σεληνιαστεί
αυτός/ή/όείχε σεληνιαστεί
εμείςείχαμε σεληνιαστεί
εσείςείχατε σεληνιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν σεληνιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σεληνιαστεί
εσύθα έχεις σεληνιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει σεληνιαστεί
εμείςθα έχουμε σεληνιαστεί
εσείςθα έχετε σεληνιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σεληνιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσεληνιάσου
εσείςσεληνιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσεληνιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σεληνιαστώ
εσύνα σεληνιαστείς
αυτός/ή/όνα σεληνιαστεί
εμείςνα σεληνιαστούμε
εσείςνα σεληνιαστείτε
αυτοί/ές/άνα σεληνιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σεληνιάζομαι
εσύνα σεληνιάζεσαι
αυτός/ή/όνα σεληνιάζεται
εμείςνα σεληνιαζόμαστε
εσείςνα σεληνιάζεστε
αυτοί/ές/άνα σεληνιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σεληνιαστεί
εσύνα έχεις σεληνιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει σεληνιαστεί
εμείςνα έχουμε σεληνιαστεί
εσείςνα έχετε σεληνιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σεληνιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σεληνιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σεληνιαστώ
εσύθα σεληνιαστείς
αυτός/ή/όθα σεληνιαστεί
εμείςθα σεληνιαστούμε
εσείςθα σεληνιαστείτε
αυτοί/ές/άθα σεληνιαστούν