BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σαπίζω

гнить, разлагаться

rot, decay, decompose

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσαπίζω
εσύσαπίζεις
αυτός/ή/όσαπίζει
εμείςσαπίζουμε
εσείςσαπίζετε
αυτοί/ές/άσαπίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσάπισα
εσύσάπισες
αυτός/ή/όσάπισε
εμείςσαπίσαμε
εσείςσαπίσατε
αυτοί/ές/άσάπισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σαπίσω
εσύθα σαπίσεις
αυτός/ή/όθα σαπίσει
εμείςθα σαπίσουμε
εσείςθα σαπίσετε
αυτοί/ές/άθα σαπίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσάπιζα
εσύσάπιζες
αυτός/ή/όσάπιζε
εμείςσαπίζαμε
εσείςσαπίζατε
αυτοί/ές/άσάπιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σαπίζω
εσύθα σαπίζεις
αυτός/ή/όθα σαπίζει
εμείςθα σαπίζουμε
εσείςθα σαπίζετε
αυτοί/ές/άθα σαπίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σαπίσει
εσύέχεις σαπίσει
αυτός/ή/όέχει σαπίσει
εμείςέχουμε σαπίσει
εσείςέχετε σαπίσει
αυτοί/ές/άέχουν σαπίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σαπίσει
εσύείχες σαπίσει
αυτός/ή/όείχε σαπίσει
εμείςείχαμε σαπίσει
εσείςείχατε σαπίσει
αυτοί/ές/άείχαν σαπίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σαπίσει
εσύθα έχεις σαπίσει
αυτός/ή/όθα έχει σαπίσει
εμείςθα έχουμε σαπίσει
εσείςθα έχετε σαπίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν σαπίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσάπισε
εσείςσαπίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσάπιζε
εσείςσαπίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σαπίσω
εσύνα σαπίσεις
αυτός/ή/όνα σαπίσει
εμείςνα σαπίσουμε
εσείςνα σαπίσετε
αυτοί/ές/άνα σαπίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σαπίζω
εσύνα σαπίζεις
αυτός/ή/όνα σαπίζει
εμείςνα σαπίζουμε
εσείςνα σαπίζετε
αυτοί/ές/άνα σαπίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σαπίσει
εσύνα έχεις σαπίσει
αυτός/ή/όνα έχει σαπίσει
εμείςνα έχουμε σαπίσει
εσείςνα έχετε σαπίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν σαπίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σαπίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σαπίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

σαπισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σάπιζα
εσύθα σάπιζες
αυτός/ή/όθα σάπιζε
εμείςθα σαπίζαμε
εσείςθα σαπίζατε
αυτοί/ές/άθα σάπιζαν