BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σαλτάρω

прыгать, скакать, сходить с ума

leap, jump, crack, go mad

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσαλτάρω
εσύσαλτάρεις
αυτός/ή/όσαλτάρει
εμείςσαλτάρουμε
εσείςσαλτάρετε
αυτοί/ές/άσαλτάρουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσάλταρα
εσύσάλταρες
αυτός/ή/όσάλταρε
εμείςσαλτάραμε
εσείςσαλτάρατε
αυτοί/ές/άσάλταραν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σαλτάρω
εσύθα σαλτάρεις
αυτός/ή/όθα σαλτάρει
εμείςθα σαλτάρουμε
εσείςθα σαλτάρετε
αυτοί/ές/άθα σαλτάρουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσάλταρα
εσύσάλταρες
αυτός/ή/όσάλταρε
εμείςσαλτάραμε
εσείςσαλτάρατε
αυτοί/ές/άσάλταραν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σαλτάρω
εσύθα σαλτάρεις
αυτός/ή/όθα σαλτάρει
εμείςθα σαλτάρουμε
εσείςθα σαλτάρετε
αυτοί/ές/άθα σαλτάρουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σαλτάρει
εσύέχεις σαλτάρει
αυτός/ή/όέχει σαλτάρει
εμείςέχουμε σαλτάρει
εσείςέχετε σαλτάρει
αυτοί/ές/άέχουν σαλτάρει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σαλτάρει
εσύείχες σαλτάρει
αυτός/ή/όείχε σαλτάρει
εμείςείχαμε σαλτάρει
εσείςείχατε σαλτάρει
αυτοί/ές/άείχαν σαλτάρει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σαλτάρει
εσύθα έχεις σαλτάρει
αυτός/ή/όθα έχει σαλτάρει
εμείςθα έχουμε σαλτάρει
εσείςθα έχετε σαλτάρει
αυτοί/ές/άθα έχουν σαλτάρει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσάλταρε
εσείςσαλτάρετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσάλταρε
εσείςσαλτάρετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σαλτάρω
εσύνα σαλτάρεις
αυτός/ή/όνα σαλτάρει
εμείςνα σαλτάρουμε
εσείςνα σαλτάρετε
αυτοί/ές/άνα σαλτάρουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σαλτάρω
εσύνα σαλτάρεις
αυτός/ή/όνα σαλτάρει
εμείςνα σαλτάρουμε
εσείςνα σαλτάρετε
αυτοί/ές/άνα σαλτάρουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σαλτάρει
εσύνα έχεις σαλτάρει
αυτός/ή/όνα έχει σαλτάρει
εμείςνα έχουμε σαλτάρει
εσείςνα έχετε σαλτάρει
αυτοί/ές/άνα έχουν σαλτάρει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σαλτάρει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σαλτάροντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

σαλταρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σάλταρα
εσύθα σάλταρες
αυτός/ή/όθα σάλταρε
εμείςθα σαλτάραμε
εσείςθα σαλτάρατε
αυτοί/ές/άθα σάλταραν